array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
    [1]=>
    string(22) "Technology & Computing"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(25) "Power and Energy Industry"
    [1]=>
    string(23) "Artificial Intelligence"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(22) "Technology & Computing"
}

ΗΠΑ: Τα ηλεκτρικά δίκτυα είναι το αδύναμο σημείο της αμερικανικής κούρσας για ΑΙ

Οι ΗΠΑ κατασκευάζουν γραμμές ηλεκτροδότησης με ρυθμό που αντιστοιχεί στο 25% εκείνου που ίσχυε πριν από μία δεκαετία

ΗΠΑ: Τα ηλεκτρικά δίκτυα είναι το αδύναμο σημείο της αμερικανικής κούρσας για ΑΙ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Χρειάστηκαν 13 χρόνια για να κατασκευαστεί μια γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μήκους 102 μιλίων, που συνδέει την Αϊόβα με το Ουισκόνσιν. Το έργο Cardinal-Hickory Creek, το οποίο ολοκληρώθηκε το 2024, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των καθυστερήσεων και των διοικητικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στην προσπάθεια αναβάθμισης των ενεργειακών υποδομών τους.

Πλέον, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη προκαλεί πρωτοφανή αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρισμό, οι αδυναμίες αυτές απειλούν να εξελιχθούν σε σοβαρό φραγμό για την αμερικανική οικονομία και τη γεωπολιτική της θέση, σημειώνουν οι Financial Times.

Η γραμμή μεταφέρει ενέργεια από αιολικό πάρκο κοντά στην κοινότητα Νιου Βιέννα της Αϊόβα, διασχίζει τον Μισισιπή και περνά μέσα από προστατευόμενη περιοχή άγριας χερσαίας και ποτάμιας πανίδας, πριν καταλήξει στο Μίντλετον του Ουισκόνσιν. Στόχος της ήταν να αποσυμφορήσει το δίκτυο. Ωστόσο, οι αντιδράσεις για τη χάραξή της, οι δικαστικές προσφυγές και οι διαφορετικοί κανόνες μεταξύ πολιτειών και ομοσπονδιακής κυβέρνησης μετέτρεψαν την κατασκευή της σε μαραθώνιο.

«Όταν εντάχθηκα στην ITC το 2014, το έργο ήταν το πρώτο θέμα στη συνάντησή μου. Πίστευα ότι θα το κατασκευάζαμε αρκετά γρήγορα», θυμάται μιλώντας στους FT η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, Κρίστα Τάνερ, ένας από τους φορείς πίσω από τη γραμμή. Σήμερα, εκφράζει την ανησυχία ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν τις υποδομές που απαιτούνται για να στηρίξουν την τεχνητή νοημοσύνη και τη μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας.

Ινδία

Οι hyperscalers «τρώνε» την ενέργεια των ΗΠΑ

Οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι, οι λεγόμενοι hyperscalers, αναμένεται να δαπανήσουν περίπου 900 δισ. δολάρια φέτος σε έργα τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan. Η Amazon, η Google, η Meta, η Microsoft και η Oracle επενδύουν σε data centers τεράστιας κλίμακας, τα οποία απαιτούν σταθερή και αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο ηλεκτρισμός είναι για την τεχνητή νοημοσύνη ό,τι ήταν ο άνθρακας για τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Μετά από περίπου δύο δεκαετίες σχεδόν στάσιμης κατανάλωσης, η ζήτηση στις ΗΠΑ αυξάνεται απότομα. Η Grid Strategies εκτιμά ότι έως το 2030 θα έχει ενισχυθεί κατά 166 γιγαβάτ, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στην κατανάλωση 15 πόλεων στο μέγεθος της Νέας Υόρκης. Η απάντηση δεν είναι μόνο η κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής, από πυρηνικούς αντιδραστήρες έως σταθμούς φυσικού αερίου και παλαιότερες μονάδες άνθρακα. Απαιτούνται και οι γραμμές που θα μεταφέρουν την ενέργεια εκεί όπου χρειάζεται.

Τα δίκτυα μεταφοράς επιτρέπουν σε περιοχές με φθηνή και άφθονη παραγωγή να τροφοδοτούν κέντρα υψηλής κατανάλωσης, περιορίζοντας τις ελλείψεις και το κόστος. Παράλληλα, επιτρέπουν στις περιφέρειες να μοιράζονται διαθέσιμη ισχύ σε περιόδους κρίσης, μειώνοντας τον κίνδυνο διακοπών. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του αμερικανικού δικτύου κατασκευάστηκε κατά την οικοδομική έκρηξη των δεκαετιών του 1960 και του 1970 και πλησιάζει πλέον στο τέλος της προβλεπόμενης διάρκειας ζωής του.

Η κατασκευή νέων γραμμών υψηλής τάσης έχει επιβραδυνθεί δραματικά. Το 2013 οι ΗΠΑ πρόσθεσαν σχεδόν 4.000 μίλια γραμμών μεταφοράς, ενώ το 2024 λιγότερα από 900. Ένα μεγάλο έργο χρειάζεται κατά μέσο όρο περίπου δέκα χρόνια για να σχεδιαστεί, να εγκριθεί και να κατασκευαστεί — διπλάσιο χρόνο από εκείνον που απαιτήθηκε για το φράγμα Χούβερ τη δεκαετία του 1930. Η καθυστέρηση δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, ο σχεδιασμός και η κατασκευή νέων γραμμών μπορεί να διαρκέσουν από πέντε έως 15 χρόνια. Στις ΗΠΑ, όμως, το πρόβλημα επιτείνεται από τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων.

ΗΠΑ

Μια μη κολακευτική σύγκριση με την Κίνα

Σε αντίθεση με την Κίνα, όπου το κράτος μπορεί να σχεδιάζει κεντρικά και να κατευθύνει μεγάλα έργα, στις ΗΠΑ κάθε διαπολιτειακή γραμμή πρέπει να περάσει από ένα σύνθετο πλέγμα εταιρειών κοινής ωφέλειας, διαχειριστών δικτύων, ιδιοκτητών γης, πολιτειακών αρχών και ομοσπονδιακών ρυθμιστικών φορέων. Η Κίνα έχει κατασκευάσει τα τελευταία 15 χρόνια περισσότερες γραμμές μεταφοράς από όσες έχουν δημιουργήσει οι ΗΠΑ σε ολόκληρη την ιστορία τους. Η διαφορά αντανακλά δύο διαφορετικά μοντέλα: την κεντρική λήψη αποφάσεων στο Πεκίνο και την αποκεντρωμένη, συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενη διαδικασία στις ΗΠΑ.

Το αμερικανικό σύστημα αναπτύχθηκε σταδιακά από ιδιωτικές επιχειρήσεις και τοπικές κοινότητες, χωρίς έναν ενιαίο φορέα που να χαράσσει μακροπρόθεσμη στρατηγική για ολόκληρη τη χώρα. Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας κατέχουν και αναπτύσσουν υποδομές, ενώ περιφερειακοί διαχειριστές, όπως ο MISO, συντονίζουν τις ροές ηλεκτρικής ενέργειας και εντοπίζουν τις ανάγκες για νέες γραμμές. Οι πολιτείες ρυθμίζουν τις επενδύσεις και τις χρεώσεις, ενώ η ομοσπονδιακή Ρυθμιστική Επιτροπή Ενέργειας καθορίζει κανόνες για τον περιφερειακό σχεδιασμό.

Οι αρμοδιότητες και τα κίνητρα, όμως, δεν συμπίπτουν πάντα. Μια εταιρεία κοινής ωφέλειας μπορεί να αντιδράσει σε μια γραμμή που θα επιτρέψει σε φθηνότερη ενέργεια από άλλη περιοχή να ανταγωνιστεί τη δική της παραγωγή. Πολιτείες με στόχους για καθαρή ενέργεια ενδέχεται να αντιταχθούν σε υποδομές που θα μεταφέρουν ηλεκτρισμό από μονάδες άνθρακα. Επιπλέον, οι διαχειριστές δικτύων μπορεί να καλύπτουν περισσότερες από δώδεκα πολιτείες, με αποτέλεσμα οι πολιτικές και οι τεχνικές προτεραιότητες να συγκρούονται.

Ακόμη και όταν συμφωνηθεί ότι μια γραμμή είναι αναγκαία, δεν υπάρχει πάντα φορέας που να μπορεί να υποχρεώσει μια εταιρεία να την κατασκευάσει. Ακολουθούν οι διαπραγματεύσεις με ιδιοκτήτες γης, οι περιβαλλοντικές μελέτες και οι άδειες από διαφορετικές αρχές. Ο νόμος National Environmental Policy Act του 1970 επιβάλλει αξιολόγηση των επιπτώσεων σε άγρια ζωή, υδάτινους πόρους, οικοσυστήματα και κοινότητες. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει χρόνια, ενώ ακόμη και μετά την έγκριση, οργανώσεις και πολίτες έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στα δικαστήρια.

Αντιδράσεις κοινοτήτων και δικαστικές διαμάχες

Στην περίπτωση του Cardinal-Hickory Creek, οι δικαστικές διαμάχες συνέβαλαν καθοριστικά στην καθυστέρηση. Από 18 υποθέσεις που εξέτασε το Niskanen Center, οι 16 τελικά απορρίφθηκαν, αλλά οι προσφυγές συνολικά προσθέτουν χρόνια στις διαδικασίες. Περισσότερο από το ένα τέταρτο των μεγάλων έργων μεταφοράς που μελετήθηκαν για την περίοδο 2010-2020 καθυστέρησαν ή ακυρώθηκαν λόγω αντιδράσεων και δικαστικών εμπλοκών. Για τους επενδυτές, η αβεβαιότητα αυτή αυξάνει το ρίσκο και αποθαρρύνει την ανάληψη νέων έργων.

Οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τις τεχνολογικές εταιρείες. Αν η φθηνή ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί εκεί όπου υπάρχει ζήτηση, οι καταναλωτές εξαρτώνται από ακριβότερες τοπικές μονάδες. Οι hyperscalers μπορούν να πληρώσουν υψηλότερες τιμές, όμως οι μικρότερες βιομηχανίες λειτουργούν με πολύ στενότερα περιθώρια. Μια αύξηση στο ενεργειακό κόστος μπορεί να αναγκάσει εργοστάσια να περιορίσουν την παραγωγή, να μεταφέρουν δραστηριότητες ή ακόμη και να κλείσουν. Έτσι, οι ελλείψεις υποδομών απειλούν και τον στόχο του Ντόναλντ Τραμπ για αναβίωση της αμερικανικής μεταποίησης.

Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις σε δίκτυα και μονάδες παραγωγής αναμένεται να φθάσουν τα 1,3 τρισ. δολάρια έως το 2030, σύμφωνα με την S&P. Μεγάλο μέρος του κόστους θα περάσει τελικά στους καταναλωτές μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος. Υπάρχει, επιπλέον, ο κίνδυνος οι εταιρείες κοινής ωφέλειας να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε υποδομές για data centers που τελικά θα καθυστερήσουν ή δεν θα κατασκευαστούν, εάν η μελλοντική ζήτηση για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης αποδειχθεί μικρότερη από τις προβλέψεις. Σε αυτή την περίπτωση, τα νοικοκυριά θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν για επενδύσεις που δεν θα αξιοποιηθούν πλήρως.

Η πίεση έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες. Σε δημοσκόπηση του Pew Research Center, οι μισοί Αμερικανοί δήλωσαν ότι τα data centers επιβαρύνουν το κόστος ενέργειας των νοικοκυριών. Σε ακραία περίπτωση, η ταχεία αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε περιορισμούς κατανάλωσης, με τις μονάδες δεδομένων ή άλλους μεγάλους πελάτες να καλούνται να μειώσουν προσωρινά τη λειτουργία τους. Ο Τζόζεφ Μπόουρινγκ, επικεφαλής της Monitoring Analytics, προειδοποιεί ότι το σύστημα γίνεται ολοένα πιο πιεσμένο και ότι οι ελεγχόμενες περικοπές φορτίου είναι προτιμότερες από τις εκτεταμένες διακοπές ρεύματος.

Τι μπορεί να δώσει το υπάρχον δίκτυο

Στο Κογκρέσο αναγνωρίζεται πλέον η ανάγκη αλλαγών. Τον Σεπτέμβριο, διακομματική ομάδα γερουσιαστών παρουσίασε νομοσχέδιο για την επιτάχυνση των ομοσπονδιακών αξιολογήσεων και την επιβολή αυστηρότερων προθεσμιών στις αδειοδοτήσεις και στις δικαστικές προσφυγές. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα το υφιστάμενο δίκτυο, αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε νέες γραμμές και σταθμούς.

Νέοι αγωγοί υψηλότερης απόδοσης θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν παλαιότερα καλώδια, ενώ αισθητήρες που παρακολουθούν τη θερμοκρασία και τις καιρικές συνθήκες θα επέτρεπαν ασφαλέστερη αύξηση της μεταφερόμενης ισχύος. Παράλληλα, η λεγόμενη ευελιξία της ζήτησης θα μπορούσε να δώσει λύσεις: τα data centers θα μεταθέτουν μη επείγουσες εργασίες, θα μεταφέρουν υπολογιστικά φορτία σε άλλες περιοχές ή θα χρησιμοποιούν εφεδρικές πηγές όταν το δίκτυο πιέζεται. Η Google έχει ήδη συνάψει συμφωνίες που επιτρέπουν στις εταιρείες ηλεκτρισμού να ζητούν προσωρινή μείωση της κατανάλωσης σε εγκαταστάσεις της, με αντάλλαγμα ταχύτερη πρόσβαση στο δίκτυο.

Οι λύσεις αυτές, ωστόσο, δεν θεωρούνται πανάκεια. Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας υποστηρίζουν ότι η διαχείριση της ζήτησης δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει την κλίμακα της νέας κατανάλωσης. Την ίδια στιγμή, ολοένα περισσότερες εταιρείες data centers επιλέγουν να κατασκευάζουν δικές τους μονάδες παραγωγής δίπλα στις εγκαταστάσεις τους, παρακάμπτοντας εν μέρει το δίκτυο. Σύμφωνα με την Cleanview, 59 τοποθεσίες, που αντιστοιχούν σε περισσότερο από το ένα τέταρτο της σχεδιαζόμενης δυναμικότητας των αμερικανικών data centers, εξετάζουν ή προγραμματίζουν επιτόπια παραγωγή. Η λύση, όμως, είναι ακριβή και απαιτεί εφεδρική ισχύ, εξοπλισμό και εξειδικευμένο προσωπικό.

Το βασικό πρόβλημα παραμένει ο χρόνος. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης κινούνται με ταχύτητα που δεν συμβαδίζει με τους δεκαετείς κύκλους σχεδιασμού και κατασκευής ενεργειακών υποδομών. Για μια βιομηχανία που εξελίσσεται τόσο γρήγορα, μια δεκαετία αναμονής ισοδυναμεί ουσιαστικά με αιωνιότητα. Και αν η ηλεκτρική ενέργεια αποδειχθεί ο κρίσιμος περιοριστικός παράγοντας, η αμερικανική μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κριθεί όχι μόνο στους επεξεργαστές και στα μοντέλα, αλλά και στα καλώδια που μεταφέρουν το ρεύμα.

OT Originals
Περισσότερα από World

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies