array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(8) "Business"
    [1]=>
    string(7) "Economy"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  NULL
}

Fitch: Παραμένει στο ΒΒΒ η αξιολόγηση για την Ελλάδα

Τι αναφέρει ο οίκος Fitch για την ελληνική οικονομία

Fitch: Παραμένει στο ΒΒΒ η αξιολόγηση για την Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές προχώρησε η Fitch Ratings. Με την αξιολόγηση της Fitch ολοκληρώνεται ο κύκλος των προγραμματισμένων αξιολογήσεων για το 2026.

Βασικοί παράγοντες της αξιολόγησης

Ταχεία μείωση του χρέους: Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βασικός περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση. Ωστόσο, η ταχεία μείωσή του συνεχίζει να ενισχύει τη βιωσιμότητα του χρέους και να στηρίζει την αξιολόγηση «BBB». Το χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπουμε περαιτέρω μείωσή του στο 124,6% το 2028, χάρη στα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ επιτοκίου και ρυθμού ανάπτυξης και την ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων. Παρότι θα παραμείνει πολύ υψηλότερο από τη διάμεσο των συγκρίσιμων χωρών της κατηγορίας «BBB», που βρίσκεται στο 56,9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις προβλέψεις μας η Ελλάδα θα πάψει έως το τέλος του 2026 να έχει τον υψηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ στην ευρωζώνη, καθώς θα υποχωρήσει κάτω από την Ιταλία.

Χαμηλοί χρηματοδοτικοί κίνδυνοι: Το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και το προφίλ ρευστότητας περιορίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το ακόμη πολύ υψηλό ύψος του. Το Ελληνικό Δημόσιο επωφελείται από την πολύ μεγάλη μέση διάρκεια μέχρι τη λήξη του χρέους, η οποία φθάνει τα 19 έτη, από το υψηλό ποσοστό χρέους με ευνοϊκούς όρους και σταθερό επιτόκιο και από ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.

Το τεκμαρτό επιτόκιο επί του συνολικού χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, κάτω από την αναμενόμενη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 4%. Αυτό αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς στο κόστος του χρέους, συμπεριλαμβανομένου μέρους του χρέους προς επίσημους πιστωτές, για το οποίο ο επιτοκιακός κίνδυνος έχει αντισταθμιστεί. Τα χαρακτηριστικά αυτά μειώνουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, στηρίζουν την πρόσβαση στις αγορές και προσφέρουν ανθεκτικότητα απέναντι στη μεταβλητότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα

Η αξιολόγηση της Ελλάδας στηρίζεται στις εξαιρετικά ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της σε σχέση με συγκρίσιμες χώρες. Προβλέπουμε πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης 0,6% του ΑΕΠ το 2026, έναντι προβλεπόμενου ελλείμματος 3,1% για τη διάμεσο των χωρών που ανήκουν σήμερα στην κατηγορία «BBB», καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%.

Στις προβλέψεις αυτές έχουν ήδη ενσωματωθεί τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αξίας περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως μειώσεις φόρων και στοχευμένες παρεμβάσεις στις δαπάνες, μαζί με την προσωρινή ενεργειακή στήριξη και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Η αύξηση των εσόδων εξακολουθεί να υπερβαίνει την αύξηση των δαπανών, χάρη στις ισχυρές φορολογικές εισπράξεις, τις κοινωνικές εισφορές και τη βελτιωμένη συμμόρφωση.

Σταθερά στηρίγματα συνετής πολιτικής: Η δέσμευση της Ελλάδας για υγιή δημόσια οικονομικά έχει εξελιχθεί σε πιο διατηρήσιμο πλεονέκτημα για την αξιολόγησή της. Οι επιδόσεις μετά την πανδημία καταδεικνύουν ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, με ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη μιας συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Η δέσμευση αυτή ενισχύεται από θεσμικά στηρίγματα, συμπεριλαμβανομένου του εθνικού δημοσιονομικού κανόνα του 2025, που απαιτεί πρωτογενές πλεόνασμα, και του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά στηρίζουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη. Θεωρούμε ότι η πιο χαλαρή δημοσιονομική στάση του προϋπολογισμού του 2027 αποτελεί μετριασμό της υπεραπόδοσης και όχι εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις: Οι μακροοικονομικές επιδόσεις έχουν παραμείνει ανθεκτικές, παρά το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα. Προβλέπουμε μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2% την περίοδο 2026–2028, γεγονός που συνεπάγεται τη συνέχιση των καλύτερων επιδόσεων σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Η εγχώρια ζήτηση, ιδιαίτερα οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, αποτελεί τον βασικό μοχλό. Τα έργα που συνδέονται με το Next Generation EU, οι δημόσιες επενδύσεις και οι επόμενες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν καθοδικοί κίνδυνοι, κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και από κινδύνους υλοποίησης στο εσωτερικό, οι οποίοι συνδέονται με τον μεγάλο ρόλο των επενδύσεων στο βασικό μας σενάριο.

Παραμένουν οι διαρθρωτικές αδυναμίες που κληροδότησε η κρίση: Η βελτιούμενη αναπτυξιακή εικόνα της Ελλάδας αντισταθμίζεται από επίμονους διαρθρωτικούς περιορισμούς. Οι υψηλότερες επενδύσεις συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του κεφαλαιακού αποθέματος έπειτα από μακρά περίοδο υποεπένδυσης και στηρίζουν τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση. Ωστόσο, η οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά τραύματα από την κρίση χρέους.

Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από το προ κρίσης ανώτατο επίπεδό του, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας έχουν βελτιωθεί ουσιαστικά, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται. Ωστόσο, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια υποδηλώνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα.

Αδύναμη εξωτερική θέση: Η συμμετοχή στην ευρωζώνη περιορίζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, αλλά η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει βασική αδυναμία για την αξιολόγηση. Προβλέπουμε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με μόνο σταδιακή μείωσή του μεσοπρόθεσμα.

Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούν τη διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ενώ οι επενδύσεις με υψηλό εισαγωγικό περιεχόμενο αναμένεται να διατηρήσουν την πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο. Οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι εισροές που συνδέονται με την ΕΕ και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στηρίζουν τη χρηματοδότηση, αλλά είναι απίθανο να ενισχύσουν ουσιαστικά τους δείκτες της εξωτερικής θέσης. Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση αφήνει επίσης την Ελλάδα εκτεθειμένη σε εισαγόμενες διαταραχές τιμών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πληθωρισμού υψηλότερου από τον μέσο όρο της ευρωζώνης το 2026.

Ενισχυμένος τραπεζικός τομέας: Κατά την άποψή μας, οι κίνδυνοι που προέρχονται από τις τράπεζες για το Ελληνικό Δημόσιο παραμένουν περιορισμένοι, καθώς ο κλάδος είναι ουσιαστικά ισχυρότερος και ανθεκτικότερος από ό,τι στο παρελθόν. Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένουν ικανοποιητικές, περιορίζοντας την πιθανότητα να απαιτηθεί κρατική στήριξη.

Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί μόνο ελαφρά, λόγω της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων λιανικής, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και πρόσβαση στις αγορές. Το μακροπροληπτικό πλαίσιο και τα μέτρα που βασίζονται στα χαρακτηριστικά των δανειοληπτών συμβάλλουν επίσης στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Παραμένουν διαρθρωτικές ευπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της ακόμη σημαντικής εξάρτησης από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και της έκθεσης σε εξωτερικές διαταραχές ή σε ανατιμολόγηση των κινδύνων στις αγορές.

ESG – Διακυβέρνηση: Η Ελλάδα κατατάσσεται στο 63,2ο εκατοστημόριο των Παγκόσμιων Δεικτών Διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας (WBGI), επίδοση μεσαίου επιπέδου. Η θέση αυτή αντανακλά το πρόσφατο ιστορικό ειρηνικών πολιτικών μεταβάσεων, μέτριο επίπεδο δικαιωμάτων συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία, μέτρια θεσμική ικανότητα, εδραιωμένο κράτος δικαίου και μέτριο επίπεδο διαφθοράς.

Παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν την αξιολόγηση

Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε αρνητική ενέργεια αξιολόγησης ή υποβάθμιση:

Δημόσια οικονομικά: Αδυναμία διατήρησης του λόγου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά, για παράδειγμα λόγω διαρθρωτικής δημοσιονομικής χαλάρωσης ή ενεργοποίησης σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων.
Μακροοικονομία / εξωτερική θέση: Μια δυσμενής διαταραχή που θα επηρέαζε το μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε θετική ενέργεια αξιολόγησης ή αναβάθμιση:

Δημόσια οικονομικά: Ενίσχυση της εμπιστοσύνης σε περαιτέρω απότομη μείωση του λόγου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, χάρη σε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχιζόμενη ανθεκτική ανάπτυξη.
Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Βελτίωση των διαρθρωτικών θεμελιωδών μεγεθών που επηρεάζουν την πιστοληπτική ικανότητα, για παράδειγμα μέσω υψηλότερης παραγωγικής ικανότητας και καλύτερων επιδόσεων στην αγορά εργασίας.
Μοντέλο κρατικής αξιολόγησης και ποιοτική προσαρμογή

Το μοντέλο κρατικής αξιολόγησης της Fitch (SRM) αποδίδει στην Ελλάδα βαθμολογία αντίστοιχη της αξιολόγησης «BBB» στην κλίμακα της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης εκδότη σε ξένο νόμισμα.

Η επιτροπή κρατικών αξιολογήσεων της Fitch δεν προσάρμοσε το αποτέλεσμα του μοντέλου για να καταλήξει στην τελική αξιολόγηση.

Αφαιρέσαμε τη θετική ποιοτική προσαρμογή κατά μία βαθμίδα για τα δημόσια οικονομικά, καθώς το μοντέλο ενσωματώνει πλέον τη βελτίωσή τους, η οποία δικαιολογούσε προηγουμένως αυτή την προσαύξηση.

Το SRM είναι το ιδιόκτητο μοντέλο πολλαπλής παλινδρόμησης της Fitch, το οποίο χρησιμοποιεί 18 μεταβλητές, βάσει κεντραρισμένων τριετών μέσων όρων που περιλαμβάνουν ένα έτος προβλέψεων, προκειμένου να παράγει βαθμολογία αντίστοιχη μιας μακροπρόθεσμης αξιολόγησης εκδότη σε ξένο νόμισμα.

Η ποιοτική προσαρμογή (QO) αποτελεί ένα πλαίσιο με προσανατολισμό στο μέλλον, το οποίο επιτρέπει την προσαρμογή του αποτελέσματος του μοντέλου για τον καθορισμό της τελικής αξιολόγησης. Αντανακλά παράγοντες των κριτηρίων μας που δεν είναι πλήρως ποσοτικοποιήσιμοι ή δεν αποτυπώνονται πλήρως στο μοντέλο.

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies