Κάθε τέλος του μήνα, χιλιάδες συμπολίτες μας βιώνουν την ίδια αγωνία. Να πληρώσουν τη δόση του στεγαστικού δανείου τους, να μην αφήσουν κάποια οφειλή στην εφορία, να καταβάλουν τις ασφαλιστικές εισφορές αν πρόκειται για επαγγελματίες ή μικρομεσαία επιχείρηση. Κι αν δεν τους περισσεύουν; Κόβουν από αλλού. Δεν έχουν και πολλές επιλογές.
Περιορίζουν τα έξοδα των διακοπών τους, τις εξόδους τους και άλλες δαπάνες που κάποιοι μπορούν να βαφτίσουν ως και πολυτέλειες. Και όλα αυτά γιατί δεν αντέχουν να χρωστάνε ούτε ένα ευρώ. Και είμαστε πολλοί που ανήκουμε σε αυτή την κατηγορία. Όμως, για αυτή τη συνέπεια, που συχνά αγγίζει τα όρια του ψυχαναγκασμού, υπάρχει τελικά κάποια ανταμοιβή;
Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν δανειολήπτη που πληρώνει το στεγαστικό του εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Δεν έχει καθυστερήσει ούτε μία δόση ποτέ, παρότι στο μεταξύ μπορεί να μειώθηκε ο μισθός του, να έμεινε άνεργος ένας από τους δύο στο σπίτι ή να έφυγε το παιδί για σπουδές και να τρέχουν τα έξοδα πιο γρήγορα από τις επιταχύνσεις του Κίμι Αντονέλι σε πίστα Formula 1.
Για την τράπεζα, αναμφισβήτητα είναι καλός πελάτης ή, για την ακρίβεια, είναι ο ιδανικός πελάτης. Όταν όμως αποφασίσει ο συγκεκριμένος δανειολήπτης να επισκεφθεί ένα τραπεζικό κατάστημα και να ζητήσει χαμηλότερο επιτόκιο ως ανταμοιβή, τότε αυτομάτως από «καλός» πελάτης μπορεί να χαρακτηριστεί περίεργος ή ενοχλητικός για αυτό το εύλογο αίτημα.
Ο πελάτης αυτός έχει πληρώσει χιλιάδες ευρώ σε τόκους, έχει αποδείξει ότι τηρεί τη συμφωνία και ζητάει να διαπραγματευθεί μείωση της δόσης του. Μπορεί να πάρει καλύτερη πρόταση; Θα εξετάσει κάποιος τη σχέση του με την τράπεζα ή θα τον παραπέμψει απλώς στους όρους της σύμβασης; Ρητορικό το ερώτημα.
Την ίδια ώρα, ακούει για ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων δανείων, ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής, ακόμη και για διαγραφές οφειλών. Και αναρωτιέται μήπως τελικά η δική του οικονομική συμπεριφορά θεωρείται δεδομένη και προβλέψιμη εν πολλοίς. Όσο καταβάλλει τη δόση του στο τέλος του μήνα, κανείς δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να ασχοληθεί μαζί του.
Αυτό είναι που ενοχλεί. Ο άνθρωπος που στερείται για να πληρώνει βλέπει ότι η συζήτηση για την ανακούφισή του αρχίζει συνήθως όταν πια δεν μπορεί να πληρώσει. Ως τότε, το πρόβλημα θεωρείται δικό του.
Ασφαλώς και πρέπει να βοηθηθεί όποιος έχασε τη δουλειά του, αρρώστησε ή έκλεισε το μαγαζί του. Η ανάγκη αυτή δεν χωρά αμφισβήτηση. Όποιος έζησε τα χρόνια της κρίσης ξέρει πόσο εύκολα μπορούσε μια οικογένεια να βρεθεί με υποχρεώσεις που μέχρι χθες εξυπηρετούσε κανονικά και ξαφνικά αδυνατούσε να καλύψει. Οι ρυθμίσεις είναι απαραίτητες, αρκεί η πολιτική για τους δανειολήπτες να μη σταματά εκεί.
Υπάρχουν και νοικοκυριά που κρατιούνται με βοήθεια από τους γονείς, με ένα μικρό κομπόδεμα που τελειώνει, με δεύτερη δουλειά. Στον λογαριασμό του δανείου όλα φαίνονται κανονικά. Στον οικογενειακό προϋπολογισμό, όμως, κάθε έκτακτο έξοδο φέρνει αναστάτωση. Μια επισκευή στο αυτοκίνητο αρκεί για να χαλάσει ο προγραμματισμός του μήνα. Και να ήταν μόνο αυτό.
Για αυτή την κατηγορία πολιτών δεν θα έπρεπε να προβλέπεται μία έμπρακτη επιβράβευση συνέπειας; Θα μπορούσε, για παράδειγμα, η συμπλήρωση μιας πενταετίας χωρίς καθυστέρηση καταβολής δόσεων να οδηγεί σε επανεξέταση του επιτοκίου ή να υπάρχει δυνατότητα επιστροφής μέρους των τόκων, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο πελάτης να γνωρίζει από την αρχή τι δικαιούται και πότε, χωρίς να εξαρτάται κάθε φορά από την επιμονή του ή από το κατάστημα στο οποίο θα απευθυνθεί.
Οι τράπεζες μπορούν να προϋπολογίσουν το κόστος τέτοιων παρεμβάσεων. Μπορούν επίσης να συνυπολογίσουν τι κερδίζουν κρατώντας έναν πελάτη που πληρώνει σταθερά.
Βέβαια, υπάρχει και εκείνος που διαθέτει χρήματα αλλά επιλέγει να μην πληρώνει, προσδοκώντας καλύτερη συμφωνία. Ο κατά σύστημα μπαταχτσής, κατά το κοινώς λεγόμενο. Όταν καταφέρνει να επωφελείται, ο συνεπής έχει κάθε λόγο να εξοργίζεται. Γι’ αυτό χρειάζονται ουσιαστικοί έλεγχοι εισοδήματος και περιουσίας, ώστε η βοήθεια να φτάνει σε όσους την έχουν ανάγκη. Διαφορετικά, υπονομεύεται και η αποδοχή των ίδιων των ρυθμίσεων.
Ανάλογη συζήτηση οφείλει να ανοίξει και το κράτος. Ο επαγγελματίας που πληρώνει φόρους και εισφορές, ενώ περιμένει ακόμη να εξοφληθούν τα τιμολόγιά του, στερεί χρήματα από τη δουλειά του. Μια υπολογίσιμη έκπτωση για την εμπρόθεσμη εξόφληση θα είχε πρακτικό αντίκρισμα. Θα μπορούσε να την υπολογίσει στον προϋπολογισμό του.
Το ζητούμενο είναι να μπορεί κάποιος να ζητήσει βοήθεια όσο ακόμη πληρώνει. Να μη χρειάζεται πρώτα να αφήσει απλήρωτες δόσεις, να φορτωθεί επιβαρύνσεις και να αρχίσουν τα τηλεφωνήματα. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια συνέπειας, δικαιούται τουλάχιστον να ακούσει μια συγκεκριμένη πρόταση. Το «συνεχίστε να πληρώνετε και βλέπουμε» το έχει ακούσει αρκετά. Στην τελική, να μην αισθάνεται πολίτης δεύτερης κατηγορίας.






































