Ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς η ακρίβεια περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλό και χιλιάδες δανειολήπτες καλούνται να ανταποκριθούν σε παλαιότερες ρυθμίσεις με αυξανόμενες δόσεις. Παρότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία και έναν από τους χαμηλότερους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων των τελευταίων δεκαετιών, η πρόσφατη αύξηση των προβληματικών απαιτήσεων και η αυστηρότερη στάση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών αναδεικνύουν τις αδυναμίες που εξακολουθούν να υπάρχουν πίσω από τη βελτιωμένη εικόνα του τραπεζικού συστήματος.
Η ανησυχία αποκτά μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα μετά τη σύγκρουση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στη Βουλή για το νομοσχέδιο που αφορά τους servicers, η οποία οδήγησε στην απόσυρση του επίμαχου άρθρου 23. Η συζήτηση για τις εξουσίες των εταιρειών διαχείρισης και την προστασία των οφειλετών συμπίπτει με την επανεξέταση χιλιάδων δανειακών συμβάσεων, ενώ μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους παραμένει εκτός τραπεζικών ισολογισμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει πάψει να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι ρυθμίσεις στα κόκκινα δάνεια που δοκιμάζονται
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται κυρίως παλαιότερα στεγαστικά δάνεια που αναδιαρθρώθηκαν με ευνοϊκότερους όρους, αλλά προβλέπουν σταδιακή αύξηση των μηνιαίων καταβολών. Τα λεγόμενα step-up δάνεια επανεξετάζονται πλέον αυστηρότερα από τις τράπεζες, υπό την πίεση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, καθώς η συνέπεια στις σημερινές πληρωμές δεν θεωρείται πάντοτε επαρκής εγγύηση για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των μελλοντικών δόσεων. Αντίστοιχη επανεξέταση αφορά αναδιαρθρωμένα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στην ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.
Η αυστηρότερη ταξινόμηση εξηγεί σημαντικό μέρος της πρόσφατης αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς να αποτυπώνει απαραίτητα νέες αθετήσεις πληρωμών. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι προβληματικές απαιτήσεις αυξήθηκαν κατά 529 εκατ. ευρώ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της μεταβολής προήλθε από δάνεια αβέβαιης είσπραξης. Αντίθετα, οι απαιτήσεις με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών μειώθηκαν κατά 31 εκατ. ευρώ. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 3,4% τον Ιούνιο, από 3,3% στο τέλος του 2025, παραμένοντας σε επίπεδα που δεν παραπέμπουν σε γενικευμένη επιδείνωση.
Ωστόσο, η μεταφορά δανείων στην κατηγορία των προβληματικών, ακόμη και όταν οι δόσεις συνεχίζουν να καταβάλλονται, υποδηλώνει ότι οι τράπεζες αναγνωρίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής. Η Moody’s, σε ανάλυσή της στις 29 Οκτωβρίου, επισήμανε τις αυξημένες εισροές μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς να προβλέπει σημαντική επιδείνωση στο βασικό της σενάριο. Αντίστοιχα, οι S&P, Fitch και DBRS εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι παραμένουν διαχειρίσιμοι, στηριζόμενες στην κεφαλαιακή επάρκεια και στην κερδοφορία των τραπεζών.
Η πίεση στα εισοδήματα
Πέρα από τις παλαιές ρυθμίσεις, το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα των σημερινών δανειοληπτών να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους διαβίωσης. Τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων στεγαστικών δανείων διάρκειας άνω των πέντε ετών διαμορφώθηκε στο 3,78%, ενώ στα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες έφτασε στο 8,55%. Για τους επαγγελματίες, το αντίστοιχο επιτόκιο ανήλθε στο 5,73%, επιβαρύνοντας περαιτέρω επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα και περιορισμένα περιθώρια ρευστότητας.
Η πίεση είναι εντονότερη για νοικοκυριά που διαθέτουν ήδη σημαντικό μέρος των αποδοχών τους για στέγαση, τρόφιμα και ενέργεια, αλλά και για μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν πλήρως τις αυξήσεις του κόστους στους πελάτες τους. Οι αυξήσεις των ονομαστικών μισθών περιορίζουν μέρος αυτής της επιβάρυνσης, χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, ιδιαίτερα όταν οι ανατιμήσεις απορροφούν σημαντικό μέρος του πρόσθετου εισοδήματος.
Το μέγεθος της εκκρεμότητας αποτυπώνεται στα χαρτοφυλάκια των servicers, οι οποίοι διαχειρίζονταν στο τέλος Ιουνίου μεταβιβασμένες απαιτήσεις ονομαστικής αξίας 79,65 δισ. ευρώ. Από αυτές, περίπου 25 δισ. ευρώ αφορούσαν στεγαστικά δάνεια και 16,2 δισ. καταναλωτικά, ενώ οι επιχειρηματικές απαιτήσεις ξεπερνούσαν τα 28 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ονομαστικά υπόλοιπα και όχι για το ποσό που αναμένεται να εισπραχθεί, τα οποία ωστόσο αναδεικνύουν την έκταση του ιδιωτικού χρέους που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό διαχείριση.
Η βελτίωση της οικονομικής θέσης των τραπεζών, που κατέγραψαν κέρδη 2,6 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχη εξάλειψη των προβλημάτων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Οι αυστηρότεροι εποπτικοί κανόνες και η επανεξέταση παλαιών ρυθμίσεων δεν συνιστούν από μόνοι τους νέο κύμα αθετήσεων, αναδεικνύουν όμως την ανάγκη να διαπιστωθεί έγκαιρα ποιες δανειακές υποχρεώσεις παραμένουν βιώσιμες. Σε αυτή τη συγκυρία, η πολιτική συζήτηση για τους servicers συνδέεται πλέον και με τον κίνδυνο να προστεθούν νέοι προβληματικοί οφειλέτες στο ήδη μεγάλο απόθεμα ιδιωτικού χρέους.


































