Η σύνδεση της υποχώρησης του κράτους πρόνοιας, στην «κλασική» μορφή του σκανδιναβικού μοντέλου, με την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη αποτελεί κοινό τόπο των ευρωπαϊκών «δεξαμενών σκέψης» και μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, οι συμφωνίες σταματούν συνήθως στις διαπιστώσεις.
Η πολιτική κρίση, η οποία εντείνεται από την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στο Ιράν, κλιμακώνεται παράλληλα με την απειλή της φτώχειας για ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, λίγα μόλις χρόνια μετά την πανδημία και την οικονομική κρίση του 2008.
Σύμφωνα με ανάλυση του βελγικού οικονομικού ινστιτούτου Bruegel, μέχρι το τέλος του 2026 και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2027, τα δύο τρίτα του πληθυσμού της ΕΕ θα συμμετάσχουν σε εθνικές και περιφερειακές εκλογικές αναμετρήσεις, με κοινό χαρακτηριστικό την άνοδο ακροδεξιών, λαϊκιστικών και εθνικιστικών δυνάμεων σε πολλές χώρες.
Οι «Τριάντα Ένδοξες Χρονιές» και η σημερινή πραγματικότητα
Οι ρίζες του φαινομένου εντοπίζονται στη συστημική κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, το οποίο για περισσότερο από μισό αιώνα προσδιόριζε την κοινωνικοοικονομική ταυτότητα της Ευρώπης.
Παρά τις εθνικές διαφοροποιήσεις, το μοντέλο αυτό στηρίχθηκε στην εξισορρόπηση της αγοράς με την καθολική πρόσβαση στην υγεία, τις συντάξεις, την εκπαίδευση, την προστασία της εργασίας και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Έτσι, κατέστησε δυνατή τη συνύπαρξη του καπιταλισμού με τη δημοκρατική σταθερότητα, χάρη στην πολιτική συναίνεση, τα ισχυρά συνδικάτα και τους ενδιάμεσους κοινωνικούς θεσμούς.
Σήμερα, όμως, οι πυλώνες αυτοί έχουν αποδυναμωθεί. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από εντεινόμενες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και διαγενεακές διαιρέσεις.
Οι ιστορικές συνθήκες των Trente Glorieuses* (1945-1975), που επέτρεψαν τη μεταπολεμική οικοδόμηση του κράτους πρόνοιας στη βάση της κεϊνσιανής πολιτικής και της προσέγγισης Beveridge*, δεν υφίστανται πλέον.
Παράλληλα, ο πολιτικός κατακερματισμός έχει διαρρήξει τις δημοκρατικές συμμαχίες που συγκέντρωναν περίπου τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος, περιορίζοντας σήμερα την απήχησή τους κάτω από το 50% σε πολλές χώρες της ΕΕ.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, ικανού να αποτρέψει τη μονιμοποίηση των κοινωνικών ρηγμάτων.
Οι διαρθρωτικές αιτίες της κρίσης
Τρεις βασικές πιέσεις αναδεικνύουν τα αίτια της κρίσης:
1. Δημογραφική πίεση
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ευρώπη έχει υποχωρήσει κάτω από το 1,4, έναντι 2,1 που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού, ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται. Η αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών προς τους νέους 15-24 ετών έχει αυξηθεί από λιγότερο από ένα το 1970 σε δύο σήμερα.
Οι συνταξιοδοτικές και υγειονομικές δαπάνες υπερβαίνουν πλέον το 20% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για την εκπαίδευση παραμένουν κάτω από το 5%. Η ανισορροπία αυτή εντείνει τις αντιπαραθέσεις και το αίσθημα αδικίας μεταξύ των γενεών.
2. Εξατομίκευση της οικογενειακής ζωής
Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά ξεπερνούν το 35% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, ενώ η αύξηση των διαζυγίων αποδυναμώνει τα παραδοσιακά δίκτυα οικογενειακής φροντίδας. Το βάρος μεταφέρεται έτσι στις υποχρηματοδοτούμενες κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες, ενισχύοντας την αίσθηση εγκατάλειψης των ευάλωτων ομάδων.
3. Εργασιακή ανασφάλεια
Παρά τη σχετική σταθεροποίηση της ανεργίας, επεκτείνονται οι επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Πάνω από το ένα τέταρτο των γυναικών εργάζεται με μερική απασχόληση και πάνω από το 11% του εργατικού δυναμικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Η υποχώρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας περιορίζει τη συλλογική εκπροσώπηση και συμβάλλει στη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ. Η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να εντείνει τις πιέσεις, ενώ η ανεργία των νέων κάτω των 25 ετών υπερβαίνει το 15%, έναντι 6% στο σύνολο του εργατικού δυναμικού.
Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο παραμένει σημαντικό επίτευγμα, αλλά η διατήρησή του δεν είναι δεδομένη. Τα παραδοσιακά κόμματα, προσεγγίζοντας συχνά την κοινωνική πολιτική μέσα από τη λογική της λιτότητας και της δημοσιονομικής περιστολής, διοχετεύουν την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τα εθνικιστικά κόμματα.
Εκεί όπου η κυρίαρχη πολιτική προτείνει δημοσιονομική συρρίκνωση, ο λαϊκισμός αντιπαραθέτει έναν αμυντικό προστατευτισμό. Και οι δύο προσεγγίσεις, σύμφωνα με τους μελετητές, είναι εσφαλμένες.
Απαιτείται μια νέα πολιτική συναίνεση γύρω από μια ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς, που θα συνδυάζει την οικονομική δυναμική με ουσιαστική κοινωνική προστασία. Η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών δείχνει ότι η υψηλή κοινωνική προστασία μπορεί να συνυπάρχει με την επιχειρηματικότητα και την τεχνολογική καινοτομία, εφόσον εντάσσεται σε ένα συνεκτικό κοινωνικό συμβόλαιο.
Το κράτος πρόνοιας, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μηχανισμός αναδιανομής ή δημοσιονομικό κόστος, αλλά ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και προϋπόθεση οικονομικής ανθεκτικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται και επανεξισορρόπηση των δημόσιων δαπανών μεταξύ των μεγαλύτερων και των νεότερων γενεών, καθώς οι συντάξεις και η υγεία απορροφούν περίπου το 20% του ΑΕΠ, έναντι μόλις 5% για την εκπαίδευση.
Η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι: η ανάπτυξη χρηματοδοτεί την κοινωνική προστασία, ενώ η κοινωνική συνοχή ενισχύει την παραγωγικότητα και την οικονομική ανθεκτικότητα. Η κοινωνική σύγκλιση και η αποτροπή ενός ανταγωνισμού προς τα κάτω στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα πρέπει, συνεπώς, να αποτελέσουν κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Η κρίση του ίδιου του σκανδιναβικού μοντέλου
Το βασικό πρόβλημα της παραπάνω προσέγγισης είναι ότι προσπερνά την κρίση του ίδιου του σκανδιναβικού μοντέλου, η οποία καταγράφεται σε μελέτες των τελευταίων δεκαετιών.
Η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία και η Φινλανδία εξακολουθούν να διαθέτουν εκτεταμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τις αντιφάσεις και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν.
1. Υποχώρηση του συνδικαλισμού και αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων
Σύμφωνα με τη μελέτη του Anders Kjellberg (2025), στο Nordic Economic Policy Review:
- Η συνδικαλιστική πυκνότητα υποχώρησε σημαντικά στη Σουηδία, τη Δανία και τη Φινλανδία τα τελευταία 25-30 χρόνια.
- Στη Σουηδία και τη Φινλανδία έφθανε περίπου το 85% στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
- Στη Δανία μειώθηκε από 72% το 2000 σε 54% το 2023.
- Η Νορβηγία εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα, ενώ η Ισλανδία δεν ακολουθεί την ίδια πτωτική τάση.
Η υποχώρηση συνδέεται με την αποδυνάμωση του συστήματος της Γάνδης (Ghent system), δηλαδή της σύνδεσης συνδικάτων και ταμείων ανεργίας, αλλά και με τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εξωτερικές αναθέσεις δημόσιων υπηρεσιών.
Η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει μόνο τους μισθούς, αλλά και τη δυνατότητα των εργαζομένων να υπερασπίζονται το κοινωνικό κράτος ως συλλογικό δικαίωμα.
2. Αύξηση εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων
Η Σουηδία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απομάκρυνσης από το ιστορικό πρότυπο ισότητας.
Σύμφωνα με τη Statistics Sweden, ο συντελεστής Gini αυξήθηκε από 0,226 το 1991 σε 0,310 το 2023. Η αύξηση συνδέεται κυρίως με τη μεγαλύτερη άνοδο των υψηλών εισοδημάτων και τη διεύρυνση των εισοδημάτων από κεφάλαιο.
Αντίστοιχα, η μελέτη των Karimi, Lucke και Palme (2024) καταγράφει αύξηση του Gini του διαθέσιμου εισοδήματος από περίπου 0,19 σε σχεδόν 0,30 την περίοδο 1990-2021.
Καθοριστικοί παράγοντες είναι η μισθολογική ανισότητα, οι διαφοροποιήσεις στις ώρες εργασίας, η αύξηση των εισοδημάτων από κεφάλαιο, οι διαφορές μεταξύ απασχολούμενων και μη απασχολούμενων και η μεταβολή της αναδιανεμητικής λειτουργίας της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών.
3. Εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών
Η έρευνα των Szebehely και Meagher (2018), «Nordic eldercare – Weak universalism becoming weaker?», καταγράφει αποδυνάμωση της καθολικότητας των υπηρεσιών φροντίδας ηλικιωμένων στη Δανία, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία, εντονότερη στις δύο τελευταίες περιπτώσεις της Φινλανδίας και της Σουηδίας.
Οι βασικές εξελίξεις είναι:
- Η αύξηση των δημόσια χρηματοδοτούμενων υπηρεσιών που παρέχονται από κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
- Η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της φροντίδας στις οικογένειες.
- Η αύξηση των υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται απευθείας από τα νοικοκυριά.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η καθολικότητα αποδυναμώνεται χωρίς να καταργούνται απαραίτητα τα τυπικά κοινωνικά δικαιώματα.
Οι πολίτες εξακολουθούν να έχουν θεσμικά κατοχυρωμένη πρόσβαση, αλλά στην πράξη αυτή γίνεται περισσότερο άνιση.
Στη Σουηδία, σύμφωνα με τους Stolt και Winblad (2009), το ποσοστό των εργαζομένων στην ιδιωτική φροντίδα ηλικιωμένων αυξήθηκε από 1% το 1990 σε 13% το 2003.
Παράλληλα, η κυβερνητική έκθεση Welfare in Sweden: The Balance Sheet for the 1990s (2002) καταγράφει αύξηση των τελών για υπηρεσίες φροντίδας, μεγαλύτερη συμμετοχή των ασθενών στο κόστος υγείας, επέκταση της ιδιωτικής παροχής και περιορισμό πόρων σε ορισμένες υπηρεσίες προσχολικής αγωγής.
4. Δημοσιονομική πίεση και περικοπές κοινωνικών δαπανών
Η Φινλανδία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση δημοσιονομικής πίεσης στο κοινωνικό κράτος.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2026):
- Το δημόσιο χρέος πλησίασε το 90% του ΑΕΠ το 2025, από 77% το 2023.
- Το δημοσιονομικό έλλειμμα έφθασε το 3,4% του ΑΕΠ.
- Εφαρμόζεται πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής περίπου 9 δισ. ευρώ, ή 3% του ΑΕΠ.
- Το πρόγραμμα περιλαμβάνει περικοπές κοινωνικών παροχών, περιορισμό της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και αυστηρότερα κριτήρια πρόσβασης σε ορισμένες παροχές.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι περικοπές έχουν πλήξει τις ευάλωτες ομάδες περισσότερο από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί, ενώ καταγράφονται αδυναμίες στις κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες.
Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν αποτελεί ουδέτερη λογιστική διαδικασία: η επιλογή των δαπανών που περικόπτονται και των κοινωνικών ομάδων που επιβαρύνονται έχει σαφείς ταξικές και διανεμητικές συνέπειες.
5. Η επιχειρηματικοποίηση του κοινωνικού κράτους
Η μελέτη των Skyrman, Allelin, Kallifatides και Sjöberg (2023), για τη μεταμόρφωση του σουηδικού κοινωνικού μοντέλου την περίοδο 1980-2020, αναδεικνύει:
- Την υποχώρηση του μεταπολεμικού καθολικού μοντέλου προστασίας.
- Την επέκταση της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στους κοινωνικούς τομείς.
- Την ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων και τη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας.
- Τη μεταβολή των ταξικών συσχετισμών και των πολιτικών μορφών ηγεμονίας.
Η επέκταση της αγοράς σε τομείς που προηγουμένως λειτουργούσαν κυρίως ως δημόσιες υπηρεσίες δημιουργεί νέες δυνατότητες ιδιωτικής συσσώρευσης. Επομένως, το κοινωνικό κράτος δεν περιορίζεται απλώς, αλλά μετασχηματίζεται και σε πεδίο νέων επενδυτικών ευκαιριών.
6. Διεύρυνση των περιουσιακών ανισοτήτων
Παρά τις σχετικά χαμηλές εισοδηματικές ανισότητες, οι σκανδιναβικές χώρες εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερες περιουσιακές ανισότητες.
Η απόσταση μεταξύ εισοδηματικής και περιουσιακής ισότητας συνδέεται με τη σχετικά χαμηλή φορολόγηση των εισοδημάτων από κεφάλαιο, την υψηλότερη και προοδευτική φορολόγηση της εργασίας και τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας και περιουσιακών στοιχείων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αναδιανομή μέσω του κοινωνικού κράτους δεν αναιρεί αναγκαστικά τις ανισότητες στην ιδιοκτησία και τη συσσώρευση πλούτου.
Το ερώτημα
Η κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα δημογραφικών αλλαγών, δημοσιονομικών περιορισμών ή πολιτικού κατακερματισμού. Η ίδια η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών δείχνει ότι ακόμη και τα ισχυρότερα συστήματα κοινωνικής προστασίας μετασχηματίζονται υπό την πίεση της υποχώρησης των συνδικάτων, της ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών και της διεύρυνσης των περιουσιακών ανισοτήτων.
Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα διασωθεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, αλλά ποια κοινωνικά συμφέροντα θα υπηρετεί ο μετασχηματισμός του.
Η επίκληση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, με παραπομπή σε μοντέλα που τεκμηριωμένα πλέον οδηγούν επίσης στην κοινωνική ανισότητα, κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης και όχι αντιμετώπισής της.
Σημειώσεις:
*Les Trente Glorieuses: Όρος που δημιουργήθηκε από τον Γάλλο δημογράφο Jean Fourastié το 1979 και αναφέρεται στην περίοδο των «Τριάντα Ενδόξων» ετών στην Γαλλία, από το 1945 έως το 1975, με βασικά χαρακτηριστικά την εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη, την άνοδος του βιοτικού επιπέδου και το Κράτος Πρόνοιας
**Beveridge (Μπέβεριτζ): Αναφέρεται στον Βρετανό οικονομολόγο William Beveridge (1879 – 1963), ο οποίος έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο Κράτος Πρόνοιας και το Εθνικό Σύστημα Υγείας


































![120 δόσεις: Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση – Οι προϋποθέσεις [Μέρος 2ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/ot_taxes44.png)



