Στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό, η συζήτηση για το πώς –και αν– πρέπει να απαντήσει η ΕΕ στις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει με ένταση. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική διαμάχη εμπορικής πολιτικής, αλλά για ένα τεστ συνοχής και πολιτικής βούλησης. Με τη Γαλλία και τη Γερμανία να διατηρούν θέσεις που συγκλίνουν, οι χώρες που κρατούν πιο επιφυλακτική στάση βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο.
EE: Ρώμη και Βαρσοβία στο σταυροδρόμι
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω το Σάββατο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 10% σε συμμάχους του ΝΑΤΟ που έχουν αντιταχθεί στην πρόθεσή του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία. Στη λίστα περιλαμβάνονται η Γαλλία, η Γερμανία, η Δανία, η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και η Νορβηγία, η Σουηδία και η Φινλανδία. Ο Αμερικανός πρόεδρος κλιμάκωσε στη συνέχεια ακόμη περισσότερο τη ρητορική και τις απειλές του, προειδοποιώντας για δασμούς έως και 200% στο γαλλικό κρασί και τη σαμπάνια, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο στον διατλαντικό εμπορικό πόλεμο.
Για την ώρα η Ρώμη έχει καταστήσει σαφές ότι θα προτιμούσε τη συνέχιση συνομιλιών αποκλιμάκωσης με την Ουάσιγκτον. Η ιταλική προσέγγιση επενδύει στη διπλωματία και στη διατήρηση ανοικτών διαύλων, αποφεύγοντας μια κλιμάκωση που θα μπορούσε να πλήξει περαιτέρω την ευρωπαϊκή οικονομία.
Αντίθετα, η στάση της Πολωνίας παραμένει ασαφής. Ως δυνητικός σύμμαχος σε μια σκληρότερη γραμμή, η Βαρσοβία δεν έχει ακόμη αποκαλύψει τις τελικές της προθέσεις, αφήνοντας περιθώριο ερμηνειών.
Ωστόσο, καθώς οι θέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας συγκλίνουν, η πίεση προς τη Ρώμη και τη Βαρσοβία να ευθυγραμμιστούν με το υπόλοιπο μπλοκ αναμένεται να είναι έντονη. Η ευρωπαϊκή ενότητα τίθεται ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε αξιόπιστη απάντηση.
Η γερμανική μετατόπιση και το βάρος της βιομηχανίας
Κλειδί για την εξέλιξη της γερμανικής στάσης απέναντι στην ιδέα των αντιμέτρων είναι η στήριξη της βιομηχανίας. Στη Γερμανία, όπου ο βιομηχανικός τομέας αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, καμία πολιτική απόφαση δεν μπορεί να αγνοήσει τις επιπτώσεις στην παραγωγή και τις εξαγωγές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φωνή της βιομηχανίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αποδοχή –ή η αντίσταση– των επιχειρήσεων μπορεί να καθορίσει αν το Βερολίνο θα στηρίξει μια πιο επιθετική ευρωπαϊκή απάντηση.
Το εργαλείο αντι-εξαναγκασμού στο τραπέζι
Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Μπέρτραμ Κάουλατ, προέδρου της γερμανικής ένωσης κατασκευαστών μηχανημάτων VDMA. Ο Κάουλατ κάλεσε τις Βρυξέλλες να εξετάσουν τη χρήση του εργαλείου αντι-εξαναγκασμού, παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή μηχανολογική βιομηχανία είναι «ήδη δυσανάλογα επηρεασμένη από τους αμερικανικούς δασμούς». Η τοποθέτησή του αποτυπώνει το δίλημμα: ακόμη και οι κλάδοι που πλήττονται περισσότερο αναγνωρίζουν ότι η απραξία ενδέχεται να κοστίσει μακροπρόθεσμα περισσότερο.
Πίεση για κοινή γραμμή
Με τη Γαλλία και τη Γερμανία να στέλνουν σήματα συντονισμού, η ΕΕ καλείται να αποφασίσει αν θα ενεργοποιήσει τα διαθέσιμα εργαλεία της ή αν θα συνεχίσει να ποντάρει στον διάλογο. Η επιλογή δεν είναι απλή. Από τη μία, η κλιμάκωση ενέχει ρίσκα. Από την άλλη, η απουσία αντίδρασης μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της Ένωσης.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η ευρωπαϊκή πίεση θα αποδειχθεί αρκετή ώστε Ρώμη και Βαρσοβία να «πέσουν στη γραμμή» ή αν η ΕΕ θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα στη διαπραγμάτευση και την αντιπαράθεση. Σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα ξεπερνά τους δασμούς: αφορά τον ίδιο τον ρόλο της Ευρώπης στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα.
































