Σε μια περίοδο που οι αγορές κινούνται στον ρυθμό των επιτοκίων και κάθε λέξη από την Ουάσιγκτον μπορεί να μετακινήσει δισεκατομμύρια, η μάχη για το μέλλον της Fed αποκτά έντονα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Ο Αμερικανός πρόεδρος ζητά χαμηλότερο κόστος δανεισμού. Ο Κέβιν Γουόρς, όμως, έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει την εκτεταμένη παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Και η Wall Street παρακολουθεί, γνωρίζοντας ότι το διακύβευμα δεν είναι μόνο τα επιτόκια, αλλά ολόκληρη η αρχιτεκτονική της νομισματικής πολιτικής.
Η επόμενη ημέρα στη Fed: Πολιτική πίεση, ιδεολογική σύγκρουση και το στοίχημα της νομισματικής στροφής
Υπέρ του περιορισμού του εκτεταμένου ρόλου της Fed στις χρηματοπιστωτικές αγορές μάχεται ξεκάθαρα για πάνω από μία δεκαετία, ο Κέβιν Γουόρς.
Ως υποψήφιος του Τραμπ για την ηγεσία της Fed, βρίσκεται πλέον σε θέση να εφαρμόσει στην πράξη τις απόψεις που διατυπώνει εδώ και χρόνια. Η προοπτική αυτή έχει προκαλέσει έντονη κινητικότητα στη Wall Street, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να εκτιμήσουν αν επίκειται μια βαθιά αλλαγή στη νομισματική πολιτική και ποιες θα είναι οι συνέπειες για τις αγορές, σύμφωνα με το Politico.
Κεντρικός άξονας της κριτικής του Γουόρς είναι η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης (QE), με την οποία η Fed επιδίωξε να μειώσει τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, να ενισχύσει τη ρευστότητα και να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα σε περιόδους σοβαρής ύφεσης.
Με την αύξηση των αποθεματικών των τραπεζών και τη συμπίεση των αποδόσεων των ομολόγων, η κεντρική τράπεζα προσπάθησε να σταθεροποιήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να ενθαρρύνει τον δανεισμό.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γουόρς, η παρατεταμένη μεγάλης κλίμακας παρέμβαση αλλοίωσε τις φυσικές τιμές των περιουσιακών στοιχείων, ενίσχυσε υπερβολικά τις αγορές μετοχών και ομολόγων και ωφέλησε κυρίως τα πιο εύπορα στρώματα, τα οποία κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των επενδύσεων, σημειώνει το Politico.
Έρευνα του Brookings Institution έδειξε ότι κατά την περίοδο των παρεμβάσεων της πανδημίας, η μέση τιμή κατοικίας αυξήθηκε σχεδόν κατά 100.000 δολάρια, πολύ πιο πάνω από την προϋπάρχουσα τάση. Για τον Γουόρς και τους υποστηρικτές του, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν το επιχείρημα ότι η ποσοτική χαλάρωση συνέβαλε στη διεύρυνση των ανισοτήτων πλούτου.

Η Fed και οι επιπτώσεις της ποσοτικής χαλάρωσης
Από την άλλη πλευρά, πολλοί νυν και πρώην αξιωματούχοι της Fed αμφισβητούν αυτό το επιχείρημα. Θεωρούν ότι οι επιπτώσεις της QE εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου και ότι οι αυξήσεις στις τιμές κατοικιών και μετοχών οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, όπως στις δημοσιονομικές ενισχύσεις, στους περιορισμούς της προσφοράς και στις διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία. Κατά τη γνώμη τους, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων αποτέλεσαν αναγκαίο εργαλείο για την αποτροπή μιας βαθύτερης ύφεσης και δεν συνιστούν μόνιμη στρέβλωση του συστήματος.
Εάν ο Γουόρς επικυρωθεί από τη Γερουσία, θα βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολες ισορροπίες. Μια απότομη συρρίκνωση του ισολογισμού της Fed θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, αύξηση του κόστους στεγαστικών δανείων και αναταράξεις στις αγορές χρηματοδότησης. Αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο της κυβέρνησης για χαμηλότερο κόστος δανεισμού και τόνωση της αγοράς κατοικίας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο πολιτικής πίεσης εν όψει εκλογών.
Ο ίδιος ο Γουόρς έχει αναγνωρίσει ότι η μετάβαση σε ένα «πιο συνετό» σύστημα απαιτεί χρόνο, σταδιακές κινήσεις και εντατική επικοινωνία με τις αγορές.
Σημαντικός παράγοντας στην εξίσωση είναι ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος έχει επίσης εκφράσει επιφυλάξεις για την εκτεταμένη χρήση της QE. Ο στενότερος συντονισμός μεταξύ Υπουργείου Οικονομικών και Fed θα μπορούσε να περιορίσει τις αναταράξεις.
Μια ιδέα είναι η μετατόπιση του χαρτοφυλακίου της Fed προς το βραχυπρόθεσμο κρατικό χρέος, ενώ το Υπουργείο Οικονομικών αυξάνει την έκδοση αυτών των τίτλων. Εφόσον οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων επηρεάζουν άμεσα τα στεγαστικά επιτόκια, αυτή η στρατηγική θα μπορούσε θεωρητικά να επιτρέψει αναδιάρθρωση του ισολογισμού, χωρίς απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού.

Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν
Παρά ταύτα, οι ειδικοί προειδοποιούν για τους κινδύνους. Η αυξημένη εξάρτηση από το βραχυπρόθεσμο χρέος εκθέτει την κυβέρνηση σε συχνότερες αναχρηματοδοτήσεις και σε μεγαλύτερη ευαισθησία στις διακυμάνσεις των επιτοκίων. Επιπλέον, η μείωση των ομολόγων που κατέχει η Fed συνεπάγεται μείωση των τραπεζικών αποθεματικών.
Αν τα αποθεματικά περιοριστούν υπερβολικά, ενδέχεται να προκύψουν δυσλειτουργίες στις αγορές βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως συνέβη το 2019. Μια πιθανή χαλάρωση των κανονιστικών απαιτήσεων ρευστότητας θα μπορούσε να δώσει περιθώριο κινήσεων, αλλά θα έθετε ζητήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ορισμένες προτάσεις εμφανίζονται περισσότερο συμβολικές παρά ουσιαστικές, όπως η μείωση των ταμειακών διαθεσίμων του Υπουργείου Οικονομικών στην κεντρική τράπεζα ώστε να μειωθεί λογιστικά το μέγεθος του ισολογισμού. Τέτοιες κινήσεις, όμως, δεν αλλάζουν θεμελιωδώς την κατεύθυνση της πολιτικής και θα μπορούσαν να μειώσουν τα διαθέσιμα «μαξιλάρια» σε περιόδους κρίσης.
Το βασικό ερώτημα παραμένει αν ο Γουόρς επιδιώκει πλήρη επιστροφή στο προ του 2008 μοντέλο, όπου η Fed βασιζόταν κυρίως στις βραχυπρόθεσμες προσαρμογές επιτοκίων και λιγότερο στις μαζικές αγορές τίτλων. Ο Μπέσεντ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μια τόσο ριζική ανατροπή είναι απίθανη και ότι ο επαναπροσδιορισμός της στρατηγικής θα απαιτήσει χρόνο.
Ακόμη κι αν δεν υπάρξει δραστική μείωση των υφιστάμενων συμμετοχών, η απλή δέσμευση ότι η QE θα χρησιμοποιείται με πολύ μεγαλύτερη φειδώ στο μέλλον θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις αγορές. Οι επενδυτές θα αναπροσαρμόσουν τις προσδοκίες τους για το επίπεδο στήριξης που μπορούν να αναμένουν σε μια μελλοντική ύφεση, γεγονός που ενδέχεται να μεταβάλει τις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων.
Συνολικά, η ενδεχόμενη ηγεσία του Γουόρς εγείρει την προοπτική ουσιαστικής μεταρρύθμισης, αλλά και σημαντικών κινδύνων. Η πρόκληση θα είναι να περιοριστεί το αποτύπωμα της Fed χωρίς να διαταραχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και χωρίς να ανακοπεί η οικονομική ανάπτυξη.
Το αν θα επιλέξει μια σταδιακή προσαρμογή ή μια πιο φιλόδοξη αναδιάρθρωση, θα εξαρτηθεί τόσο από τις πολιτικές συνθήκες όσο και από την αντίδραση των αγορών και των ίδιων των θεσμών της κεντρικής τράπεζας.































