Σε περιορισμό των έντονων διακυμάνσεων στις αγορές μετοχών και ομολόγων προσβλέπουν οι τράπεζες, ως αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης στις εργασίες του asset management.
Η περυσινή χρονιά έκλεισε με το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων σε ιστορικά υψηλά, στη ζώνη των 30 δισ. ευρώ, και με τις καθαρές εισροές να ξεπερνούν τα 5,2 δισ. ευρώ, για πρώτη φορά μετά τη χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου.
Μάλιστα, τα συγκεκριμένα ρεκόρ συνοδεύτηκαν από μία ξεκάθαρη στροφή των αποταμιευτών σε πιο ισορροπημένες λύσεις, σε αντίθεση με την περίοδο 2023 – 2024, κατά τη διάρκεια της οποίας οι τοποθετήσεις σε ομολογιακά προγράμματα αντιπροσώπευαν ποσοστό 90% επί των συνολικών επενδύσεών τους.
Oι τράπεζες σχεδίασαν αμοιβαία κεφάλαια που υπόσχονταν όφελος έως και υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις
Αυτή η διετία χαρακτηρίστηκε από την επιστροφή των καταθετών στις συλλογικές μορφές επένδυσης.
Ειδικότερα, μετά την άνοδο των ευρωπαϊκών επιτοκίων και τη συνεπακόλουθη ενίσχυση των αποδόσεων στα ομόλογα, οι τράπεζες σχεδίασαν αμοιβαία κεφάλαια που υπόσχονταν όφελος έως και υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο (προϊόντα target maturity).
Η νέα φάση και το asset management
Οι πελάτες τους ανταποκρίθηκαν σε αυτό το κάλεσμα. Από πέρυσι, δε, η αγορά εισήλθε σε νέα φάση, με τους διαχειριστές να προωθούν με μεγαλύτερη ένταση και χαρτοφυλάκια με αυξημένη έκθεση στους κινδύνους των αγορών.
Ως αποτέλεσμα το μερίδιο των ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων επί των συνολικών καθαρών εισροών έπεσε το 2025 κάτω από το 70%, ενώ στο ξεκίνημα του 2026 βρέθηκε ακόμη και χαμηλότερα του 50%.
Οι τράπεζες πέτυχαν να στρέψουν μεγάλη μερίδα αποταμιευτών σε λύσεις κομμένες και ραμμένες στο επενδυτικό προφίλ του καθενός. Δηλαδή, στην προσδοκία του για κέρδος και στην ανοχή του στον κίνδυνο.
Οι τράπεζες πέτυχαν να στρέψουν μεγάλη μερίδα αποταμιευτών σε λύσεις κομμένες και ραμμένες στο επενδυτικό προφίλ του καθενός
Όπως επισημαίνει τραπεζική πηγή, «αναμφίβολα το μέχρι πρότινος θετικό κλίμα στις διεθνείς αγορές, παρά τις εστίες γεωπολιτικής αβεβαιότητας, συνέβαλε στη διατήρηση των πωλήσεων στο asset management σε υψηλά επίπεδα».
Πράγματι όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μέχρι και το τέλος του περασμένου μήνα, πριν δηλαδή την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, οι καθαρές εισροές είχαν διαμορφωθεί στη ζώνη του 1 δισ. ευρώ, ήτοι 500 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο κάθε μήνα.
Το πισωγύρισμα
Μετά την επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν οι τάσεις ανατράπηκαν. Τις δύο πρώτες εβδομάδες του Μαρτίου, οι νέες τοποθετήσεις δεν ξεπερνούν τα 70 εκατ. ευρώ έναντι 240 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Αρνητικό είναι το ισοζύγιο τόσο για τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια (-66 εκατ. ευρώ), όσο και για τα μικτά (-6 εκατ. ευρώ).
Από την άλλη, την παρτίδα για την αγορά σώζουν οι καθαρές εισροές ύψους 91 εκατ. ευρώ σε ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια, οι οποίες αποδίδονται ωστόσο στη θετική πορεία των πωλήσεων στα προϊόντα τύπου target maturity, που είναι μετά τα διαχείρισης διαθεσίμων τα πλέον ασφαλή.
Την παρτίδα για την αγορά σώζουν οι καθαρές εισροές ύψους 91 εκατ. ευρώ σε ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια
«Υπάρχει πισωγύρισμα σε σχέση με το ξεκίνημα της χρονιάς, κάτι που είναι λογικό δεδομένων του κλίματος ανασφάλειας διεθνώς για τις γεωπολιτικές εξελίξεις», υποστηρίζει πηγή από συστημική ΑΕΔΑΚ.
Σημειώνει, ωστόσο, πως «σε καμία περίπτωση δεν καταγράφονται μαζικές ρευστοποιήσεις μεριδίων, όπως κατά το ξέσπασμα προηγούμενων κρίσεων. Απλά έχουν μειωθεί οι αγορές».
Οι προοπτικές
Υπενθυμίζετα ότι τα πολυετή επιχειρησιακά πλάνα που έχουν δώσει στη δημοσιότητα οι τραπεζικές διοικήσεις προβλέπουν περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες μέσω του asset management.
Συγκεκριμένα, διαβλέπουν ρυθμούς αύξησης των κεφαλαίων υπό διαχείριση άνω του 5% ετησίως από εδώ και στο εξής.
Μία τέτοια άνοδος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερο έως και κατά 50% εισόδημα από το συγκεκριμένο τομέα σε βάθος 3 – 5 ετών.
Όπως τονίζει χαρακτηριστικά η ίδια πηγή, «τα περιθώρια ανάπτυξης του asset management αν γίνει η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι σημαντικά».
Το 2025 στην Ελλάδα η αξία της υπό διαχείρισης κινητής περιουσίας κινούνταν λίγο πάνω από το 10% όταν στην ΕΕ ξεπερνούσε το 90%.



































