Ζούμε σε μία χώρα η οποία είναι πλούσια σε ηλιακό και αιολικό δυναμικό. Και η αξιοποίηση τους για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας άργησε σημαντικά. Μόλις το 2009 ξεκίνησε ουσιαστικά η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων. Με άναρχο ίσως τρόπο σε κάποιες περιπτώσεις – 20 χρόνια μετά εκδόθηκε νέο και σύγχρονο χωροταξικό πλαίσιο – και με άφθονη παροχολογία περί εύκολου κέρδους.
Αδύναμα σημεία τα οποία τα πληρώσαμε μέσα από την επίθεση κατά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, αλλά και από το κόστος των λογαριασμών ρεύματος. Ακόμη κι όσοι πίστεψαν την πολιτική ηγεσία της περιόδου του 2009 – 2011 περί πρόσθετου εισοδήματος (νοικοκυριά και αγρότες) πλήρωσαν το μάρμαρο με κούρεμα των επιδοτήσεων τους. Αδύναμο σημείο αποτελεί βέβαια σήμερα και η υπερβολή της ανάπτυξης των ΑΠΕ με αποτέλεσμα την αναγκαστική διακοπή της παραγωγής τους στη διάρκεια της ημέρας. Και σε αυτό οι ευθύνες βρίσκονται στην καθυστέρηση ανάπτυξης των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) και του δικτύου.
Όπως και να χει, πλέον οι ΑΠΕ κυριαρχούν στο ενεργειακό μίγμα της ηλεκτροπαραγωγής καθώς ανάλογα με τις ηλιακές και ανεμολογικές συνθήκες κινούνται από το 50% έως και το 60%. Σήμερα δε, η χώρα για πρώτη φορά είναι εξαγωγική εξαφανίζοντας το έλλειμμα. Το εμπορικό πλεόνασμα στην ηλεκτρική ενέργεια το πρώτο πεντάμηνο του 2026 άγγιξε τα 400 εκατ. ευρώ. Η εγκατεστημένη ισχύς σε ΑΠΕ είναι πάνω από τα 17 GW, όταν το 2019 ήταν στα 6,3 GW και το 2009 ήταν 1,19 GW.
Οι απανωτές γεωπολιτικές κρίσεις και η κλιματική καταστροφή που βιώνουμε ανέδειξαν και μία επιπλέον συνεισφορά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας έναντι των συμβατικών μορφών ενέργειας (φυσικό αέριο, λιγνίτης, πετρέλαιο): Αυτό της συγκράτησης των τιμών ρεύματος. Οι τιμές χονδρεμπορικής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας σήμερα βρίσκονται στην 7η θέση της Ε.Ε., όταν πριν από λίγα χρόνια φιγουράραμε στις 3 πρώτες θέσεις.
Σήμερα με την κλιματική καταστροφή που χτυπά την κεντρική Ευρώπη οι τιμές ρεύματος στην Ελλάδα βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα. Και αυτό αποδίδεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καθώς το κόστος ηλεκτροπαραγωγής είναι μηδενικό.
Αν η ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή αγορά ενέργειας άλλαζε και δεν λάμβανε υπόψη της την ακριβότερη μονάδα ρεύματος (φυσικό αέρα ή λιγνίτης) για τη διαμόρφωση της χονδρεμπορικής τιμής τότε το κόστος ενέργειας θα ήταν ακόμη χαμηλότερο και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Οι φωνές αντίδρασης κατά των αιολικών και οι νοσταλγοί του πανάκριβου λιγνίτη – ο οποίος ούτως ή άλλως στην Ελλάδα φθίνει καθώς τα κοιτάσματα εξαντλούνται – συνεχίζουν να πετροβολούν… τις ΑΠΕ.
Και το έδαφος το βρίσκουν καθώς κανείς από το πολιτικό σύστημα δεν έχει αναδείξει την αξία τους. Και κανείς δεν έχει τονίσει με στοιχεία τη σημασία που έχει η χώρα μας να μην εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα, τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα των γεωπολιτικών συγκρούσεων αλλά και στην πυραμίδα της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.






































