Στις 4 Οκτωβρίου 1927, ο γλύπτης Γκούτζον Μπόργκλουμ ξεκίνησε τις εργασίες στο Mount Rushmore για να φιλοτεχνήσει ένα γλυπτο μνημειακών διαστάσεων για την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σκαλισμένο πάνω σε έναν γρανιτένιο όγκο των Black Hills στη Νότια Ντακότα, το Mount Rushmore είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μνημεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα πρόσωπα των Τζορτζ Ουάσιγκτον, Τόμας Τζέφερσον, Αβραάμ Λίνκολν και Θίοντορ Ρούζβελτ δεσπόζουν πάνω από το τοπίο, σε ύψος περίπου 1.745 μέτρων. Η δημιουργία τους, όμως, δεν ήταν απλώς ένα καλλιτεχνικό έργο. Ήταν ένα τεράστιο τεχνικό και οικονομικό εγχείρημα που διήρκεσε 14 χρόνια,και το οποίο αποτύπωσε λεπτομερώς η Υπηρεσία Εθνικών Πάρκων των ΗΠΑ.
Η ιδέα ξεκίνησε από τον ιστορικό της Νότιας Ντακότα Ντόουν Ρόμπινσον, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1920 αναζητούσε έναν τρόπο να προσελκύσει περισσότερους τουρίστες στις Black Hills. Αρχικά φανταζόταν ένα μνημείο με μορφές εξερευνητών και αυτόχθονων ηρώων της αμερικανικής Δύσης. Ο γλύπτης Γκούτζον Μπόργκλουμ, όμως, είχε πολύ μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Πρότεινε να δημιουργηθούν τεράστιες μορφές Αμερικανών προέδρων, ώστε το έργο να αποκτήσει εθνικό χαρακτήρα.

O Γκούτζον Μπόργκλουμ επβλέπει εργασίες στο μάτι του Τζέφερσον
Ο Μπόργκλουμ επέλεξε έναν μεγάλο κάθετο τοίχο από γρανίτη στο Mount Rushmore και άρχισε να σχεδιάζει το έργο. Η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση αποτέλεσε από την αρχή κρίσιμο ζήτημα. Το 1927 ο πρόεδρος Κάλβιν Κούλιτζ επισκέφθηκε την περιοχή και υποσχέθηκε ομοσπονδιακή στήριξη. Το Κογκρέσο ενέκρινε τελικά χρηματοδότηση έως 250.000 δολάρια σε βάση αντιστοίχισης με ιδιωτικές συνεισφορές, ενώ στη συνέχεια το έργο στηρίχθηκε σε πρόσθετες δημόσιες πιστώσεις και προγράμματα της εποχής του New Deal.
Η πραγματική εργασία άρχισε στις 4 Οκτωβρίου του 1927 και ολοκληρώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1941. Για 14 χρόνια σχεδόν 400 άνδρες και γυναίκες εργάστηκαν στο βουνό. Ανάμεσά τους υπήρχαν γεωτρυπανιστές, χειριστές εκρηκτικών, σιδηρουργοί, εργάτες και εξειδικευμένοι τεχνίτες. Παρά τις δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες, κανένας εργαζόμενος δεν έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της διάνοιξης.

Το μνημειώδες έργο στο Mount Rushmore
Η τεχνική ήταν εντυπωσιακή για την εποχή. Περίπου το 90% της αφαίρεσης του γρανίτη έγινε με δυναμίτη. Οι εργάτες άνοιγαν πυκνές σειρές από τρύπες στο πέτρωμα, μια διαδικασία που ονομαζόταν «honeycombing», ώστε να αποδυναμωθεί ο γρανίτης και να αφαιρεθεί στη συνέχεια με εργαλεία χειρός και αερόσφυρες. Οι εργάτες έπρεπε καθημερινά να ανεβαίνουν περίπου 700 σκαλοπάτια για να φτάσουν στο σημείο εργασίας.
Το αποτέλεσμα είναι τεράστιο. Κάθε κεφαλή έχει ύψος περίπου 18 μέτρων. Μόνο το κεφάλι του Ουάσιγκτον φτάνει τα 20 μέτρα, ενώ η μύτη του έχει μήκος περίπου 6,4 μέτρα. Τα μάτια έχουν πλάτος περίπου 3,4 μέτρα και τα στόματα περίπου 5,5 μέτρα.
Το συνολικό κόστος κατασκευής ανήλθε τελικά σε 989.992,32 δολάρια της εποχής. Το ποσό αυτό φαίνεται μικρό με τα σημερινά δεδομένα, αλλά για να γίνει αντιληπτό το μέγεθός του πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αντιστοιχεί σε πολλά εκατομμύρια σημερινών δολαρίων. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι το ποσό αφορά το ίδιο το μνημείο και την κατασκευή του· οι υποδομές που αναπτύχθηκαν αργότερα για την υποδοχή εκατομμυρίων επισκεπτών αποτελούν ξεχωριστές επενδύσεις.
Ο Μπόργκλουμ είχε σχεδιάσει ακόμη μεγαλύτερο έργο. Πίσω από τα πρόσωπα ήθελε να δημιουργήσει το Hall of Records (Αίθουσα Αρχείων), έναν χώρο όπου θα φυλάσσονταν σημαντικά έγγραφα και στοιχεία της αμερικανικής ιστορίας. Μεταξύ 1938 και 1939 ανοίχτηκε ένας διάδρομος περίπου 70 ποδιών μέσα στο βουνό, όμως το Κογκρέσο σταμάτησε τη χρηματοδότηση όταν έκρινε ότι τα διαθέσιμα κονδύλια έπρεπε να κατευθυνθούν στην ολοκλήρωση των τεσσάρων προσώπων. Το Hall of Records δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Το Hall of Records που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Το δύσκολο κομμάτι αρχίζει μετά την κατασκευή
Το Mount Rushmore δεν χρειάζεται ανακατασκευή με την κλασική έννοια. Ο γρανίτης είναι εξαιρετικά ανθεκτικός και το NPS εκτιμά ότι ο ρυθμός φυσικής διάβρωσης της γλυπτικής επιφάνειας είναι περίπου μία ίντσα κάθε 10.000 χρόνια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το μνημείο μπορεί να αφεθεί χωρίς συντήρηση.
Το βασικό πρόβλημα είναι οι ρωγμές του γρανίτη και κυρίως το νερό. Όταν νερό εισχωρεί στις ρωγμές και στη συνέχεια παγώνει και διαστέλλεται, μπορεί να προκαλέσει σταδιακή φθορά. Για τον λόγο αυτό ειδικές ομάδες του National Park Service πραγματοποιούν εργασίες πάνω στις ίδιες τις επιφάνειες του μνημείου, χρησιμοποιώντας συστήματα σχοινιών. Ελέγχουν τις ρωγμές και αντικαθιστούν το παλιό στεγανοποιητικό υλικό με σύγχρονη σιλικόνη, η οποία εμποδίζει την είσοδο υγρασίας.
Από το 1998 λειτουργεί επίσης σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης του γρανίτη. Αισθητήρες καταγράφουν ακόμη και εξαιρετικά μικρές μετακινήσεις των βράχων και οι μετρήσεις μεταδίδονται σε κεντρικό υπολογιστή. Το NPS αναφέρει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί κίνηση που να δείχνει ότι η γλυπτική σύνθεση κινδυνεύει.
Το κόστος συντήρησης, ωστόσο, δεν αποτυπώνεται σε ένα απλό ετήσιο ποσό που δημοσιεύει το NPS αποκλειστικά για τα τέσσερα πρόσωπα. Υπάρχουν δαπάνες για τη συντήρηση του γλυπτού, αλλά και για δρόμους, μονοπάτια, κτίρια, συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, φωτισμό, ασφάλεια και εγκαταστάσεις υποδοχής. Ενδεικτικά, το NPS είχε καταγράψει παλαιότερα 14,3 εκατ. δολάρια σε αναβαλλόμενες ανάγκες συντήρησης και επισκευής για το Mount Rushmore. Παράλληλα, μόνο η αποκατάσταση του Sculptor’s Studio είχε προϋπολογιστεί στα 2 εκατ. δολάρια.

Δεν υπάρχει εισιτήριο – αλλά υπάρχει πάρκινγκ
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες οικονομικές πλευρές του Mount Rushmore. Σε αντίθεση με πολλά μεγάλα αξιοθέατα, η είσοδος στο μνημείο είναι δωρεάν. Οι επισκέπτες, όμως, πληρώνουν για τη στάθμευση. Από το 2026 η τιμή είναι 10 δολάρια ανά αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα ή RV, 5 δολάρια για άτομα άνω των 62 ετών, ενώ η στάθμευση είναι δωρεάν για εν ενεργεία στρατιωτικούς. Τα λεωφορεία πληρώνουν 50 δολάρια.
Το πάρκινγκ δεν αποτελεί απευθείας κρατικό ταμειακό έσοδο με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν ένα εισιτήριο. Η εγκατάσταση λειτουργεί μέσω σύμβασης παραχώρησης με την Xanterra Travel Collection. Ιστορικά, όταν τη λειτουργία είχε η Mount Rushmore Society, τα έσοδα από τα τέλη στάθμευσης ήταν περίπου 3,9 εκατ. δολάρια ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2007–2014, με 4,08 εκατ. δολάρια το 2014.
Δεν υπάρχει αντίστοιχα δημοσιευμένο, πρόσφατο στοιχείο που να επιτρέπει να πούμε με ακρίβεια πόσα από τα σημερινά 10δόλαρα καταλήγουν τελικά στο National Park Service. Γι’ αυτό είναι παραπλανητικό να υπολογίζεται απλώς ο αριθμός των επισκεπτών επί 10 δολάρια: το τέλος αφορά οχήματα και όχι άτομα, ενώ υπάρχουν μειωμένες ή μηδενικές χρεώσεις.

Τουριστική «ατμομηχανή» εκατοντάδων εκατομμυρίων
Η πραγματική οικονομική αξία του Mount Rushmore είναι πολύ μεγαλύτερη από τα άμεσα έσοδα του πάρκου. Το 2024 το μνημείο υποδέχθηκε 1,85 εκατ. επισκέπτες. Σύμφωνα με την οικονομική ανάλυση του NPS, οι επισκέπτες δημιούργησαν περίπου 303,9 εκατ. δολάρια δαπανών στην τοπική οικονομία. Οι δαπάνες αυτές αφορούν ξενοδοχεία, εστιατόρια, καύσιμα, λιανεμπόριο, μεταφορές και άλλες υπηρεσίες. Συνολικά συνδέθηκαν με περίπου 3.081 θέσεις εργασίας και οικονομικό αποτέλεσμα περίπου 402,3 εκατ. δολαρίων.
Η εικόνα ήταν ακόμη μεγαλύτερη το 2022, όταν 2,44 εκατ. επισκέπτες δαπάνησαν 385,6 εκατ. δολάρια στις γύρω κοινότητες, δημιουργώντας συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα 551 εκατ. δολαρίων.
Έτσι, το Mount Rushmore είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα δημόσιου μνημείου που δεν σχεδιάστηκε ως εμπορική επένδυση. Κατασκευάστηκε με περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια της εποχής, απαιτεί συνεχή επιστημονική παρακολούθηση και συντήρηση, αλλά δεν βασίζει τη λειτουργία του σε εισιτήρια. Η οικονομική του αξία βρίσκεται κυρίως έξω από τα ταμεία του μνημείου: στα εκατομμύρια των τουριστών που φτάνουν στις Black Hills, διαμένουν σε ξενοδοχεία, τρώνε σε εστιατόρια, αγοράζουν καύσιμα και προϊόντα και μετατρέπουν ένα γλυπτό του 20ού αιώνα σε έναν διαρκή οικονομικό πόλο για ολόκληρη την περιοχ




































