«Πρωταθλήτρια» στην ΕΕ όσον αφορά τον αριθμό των χώρων εστίασης που αναγκάζονται να κλείσουν, αναδεικνύεται η Ουγγαρία καθώς μεταξύ των ετών 2021 – 2024 η μείωση ήταν 6%, ενώ σε βάθος δεκαετίας, η εικόνα είναι ακόμη πιο δραματική αφού έχει κλείσει το 18,5% των επιχειρήσεων εστίασης.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη μία από τις αιτίες της επιδείνωσης είναι ότι τα φθηνά, χαμηλής ποιότητας μαγαζιά που προσφέρουν τα παραδοσιακά πιάτα λάνγκος και γκούλας, τα οποία στηρίζονται στους ξένους τουρίστες και δουλεύουν με υψηλά περιθώρια κέρδους, εκτοπίζουν από την αγορά τα ποιοτικά εστιατόρια. Το συγκεκριμένο τμήμα προσελκύει κυρίως τουρίστες που ξοδεύουν λίγα, για παράδειγμα για εργένηδες σε προγαμήλιες εξόδους, κάτι που δημιουργεί πρόβλημα και για την εικόνα της χώρας.
Λιγότερες δαπάνες από τους τουρίστες στην Ουγγαρία
Το 2025 ήταν χρονιά-ρεκόρ για τον τουρισμό, αλλά ούτε αυτό μπόρεσε να δώσει πραγματική ώθηση στην εστίαση. Φέτος τα προβλήματα πυκνώθηκαν: η ενίσχυση του φιορινιού μετά τις εκλογές έκανε τη Βουδαπέστη 12–14% ακριβότερη για τους τουρίστες που πληρώνουν σε ευρώ, ενώ σταμάτησαν και οι καμπάνιες για την εικόνα της χώρας. Τον Αύγουστο έφτασαν στην Ουγγαρία 14% λιγότεροι ξένοι τουρίστες σε σχέση με έναν χρόνο πριν, αναφέρει το euronews.
Σύμφωνα με τον ιδρυτή της Eventrend Group, ενός ομίλου με 35 χώρους εστίασης, τα εγχώρια εστιατόρια αντιμετωπίζουν έτσι τεράστια προβλήματα ανταγωνιστικότητας.
«Σχεδόν σε κάθε στοιχείο κόστους έχουμε φτάσει στο ευρωπαϊκό επίπεδο τιμών. Την ενέργεια την πληρώνουμε σχεδόν στην ίδια τιμή, το μισθολογικό κόστος είναι σχεδόν το ίδιο. Σήμερα είναι φθηνότερο να απασχολεί κανείς επαγγελματίες της εστίασης στη νότια Ιταλία ή στη νότια Ισπανία απ’ ό,τι στην Ουγγαρία. Στην Αυστρία μπορεί να είναι λίγο ακριβότερα, αλλά συνολικά δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Οι τιμές των πρώτων υλών βρίσκονται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο» εξήγησε στον euronews ο Zoltán Kőrössy.
Χαμηλά εισόδηματα
Την ώρα που τα κόστη, και συχνά εξαιτίας τους και οι τιμές, είναι δυτικοευρωπαϊκά, τα έσοδα δεν είναι. Στην Αυστρία, για παράδειγμα, υπάρχει παρόμοιος αριθμός χώρων εστίασης, αλλά ο τζίρος του κλάδου είναι διπλάσιος από τον ουγγρικό. Κι αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τους τουρίστες, αλλά και από τους ντόπιους πελάτες.
Ο οικονομολόγος Zoltán Pogátsa υπενθύμισε πρόσφατα ότι τα δύο τρίτα της ουγγρικής κοινωνίας ζουν με λιγότερα χρήματα απ’ ό,τι η κατώτερη μεσαία τάξη της ΕΕ. Χωρίς ένα ευρύ, οικονομικά εύρωστο μεσαίο στρώμα, τα εστιατόρια που στηρίζονται σε πελάτες που επιστρέφουν δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Δεν είναι τυχαίο ότι από τότε που γίνονται μετρήσεις, το 2024 ήταν η πρώτη χρονιά που ο αριθμός των χώρων εστίασης στην πρωτεύουσα έπεσε κάτω από τις 8.000, ενώ στο τέλος του 2025 η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία κατέγραφε πλέον μόλις 7.778.




































