Τον Σεπτέμβριο του 2031, τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2025 θα καθίσουν για πρώτη φορά στα θρανία της Α΄ Δημοτικού. Σχεδόν ένα στα τέσσερα θρανία που γέμισαν αυτόν τον Σεπτέμβριο θα μείνει τότε άδειο. Πίσω από τα άδεια θρανία βρίσκεται μια βαθιά και διαχρονική πτώση των γεννήσεων.
Ειδικότερα, το 2025 οι γεννήσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε μόλις 65.594, έναντι 84.764 το 2020, 91.847 το 2015 και 107.545 το 2005. Αυτό σημαίνει μείωση 22,6% μέσα σε πέντε χρόνια, 28,6% μέσα σε δέκα χρόνια και σχεδόν 40% μέσα σε είκοσι χρόνια. Και ενώ η δημογραφική κρίση συζητείται κυρίως ως εθνικό και κοινωνικό ζήτημα, οι προδιαγεγραμμένες οικονομικές συνέπειές της δεν έχουν γίνει ευρύτερα αντιληπτές. Λιγότερα παιδιά μεταφράζονται σε λιγότερους αυριανούς εργαζομένους, καταναλωτές, φορολογουμένους και ασφαλισμένους. Οι συνέπειες αφορούν όλη την οικονομία και κάθε κλάδο επιχειρηματικής δράσης. Επέρχονται δε με τον αμείλικτο τρόπο που χαρακτηρίζει κάθε δημογραφική ανατροπή.
Αρχικά επηρεάζονται σχολεία, παιδικοί σταθμοί, φροντιστήρια, κέντρα ξένων γλωσσών, βρεφικά και παιδικά είδη, παιχνίδια, εξωσχολικές δραστηριότητες, και γενικότερα όλοι οι κλάδοι που αφορούν τα παιδιά και τους εφήβους. Λίγο αργότερα, η κατάρρευση των γεννήσεων φέρνει δραματικά μικρότερες ηλικιακές ομάδες μπροστά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο νέο περιβάλλον λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, καθώς περιορίζει τον αριθμό φοιτητών, τον οποίο καλούνται να μοιραστούν δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα, ενώ ορισμένα περιφερειακά τμήματα χαμηλής ζήτησης ερημώνουν.
Παράλληλα, το πρόβλημα διαχέεται σε περισσότερες αγορές. Η μόδα και τα αθλητικά είδη βρίσκουν λιγότερους νέους αγοραστές. Στον κλάδο της τεχνολογίας η δημογραφική κρίση μειώνει τη ζήτηση για νέες συσκευές και ψηφιακό εξοπλισμό. Η καινοτομία και η τεχνολογία ανέκαθεν προσέλκυαν κυρίως τους νέους καταναλωτές και πολύ λιγότερο τους ηλικιωμένους. Ο ευρύτερος κλάδος του οικιακού εξοπλισμού και του επίπλου έρχεται αντιμέτωπος με πολύ λιγότερους νέους ανθρώπους που στήνουν ή αλλάζουν την κατοικία τους. Ακόμη και σε αγορές που θεωρούνται ανθεκτικές, όπως τα τρόφιμα, η δημογραφική κρίση επηρεάζει έντονα την καταναλωτική ζήτηση.
Τα τρόφιμα απορροφούν κοντά στο 20% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, όμως το καταναλωτικό πρότυπο μετατοπίζεται σταδιακά από τις ανάγκες των νέων οικογενειών προς τις ανάγκες των ηλικιωμένων. Η ζήτηση συνεπακόλουθα χάνει δυναμική, βάθος και μέγεθος. Εχει υποστηριχθεί ότι τουλάχιστον για τους κλάδους της υγείας και του φαρμάκου, η δημογραφική κρίση ίσως κρύβει μια ευκαιρία. Ασφαλώς, η γήρανση ενισχύει μεσοπρόθεσμα τη ζήτηση για φάρμακα και υπηρεσίες υγείας, αλλά δεν αναιρεί τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ενός ολοένα μικρότερου πληθυσμού. Ακόμη και οι προσωρινά ωφελημένοι κλάδοι βρίσκονται τελικά αντιμέτωποι με λιγότερους πελάτες.
Στην ελληνική περιφέρεια, όλα αυτά είναι ήδη καθημερινότητα. Σε πολλές περιοχές, η δημογραφική κρίση απειλεί την ίδια την επιβίωση των τοπικών επιχειρήσεων και της τοπικής αγοράς. Τα άδεια θρανία μάς προειδοποιούν. Η στήριξη της οικογένειας και του παιδιού δεν είναι κοινωνική παροχή, αλλά η πλέον κρίσιμη αναπτυξιακή πολιτική της χώρας.
*Ο κ. Γεώργιος Μπάλτας είναι καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ






















![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Γ]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2024/07/klironomies24-7.jpg)

















