Η Βρετανία κινείται σε «πολύ λεπτό πάγο» δημοσιονομικά και η κυβέρνηση πρέπει να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες, αντί να καταφύγει σε νέες μεγάλες φορολογικές αυξήσεις, προειδοποιεί ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντι Χάλντεϊν, ενόψει του κρίσιμου φθινοπωρινού προϋπολογισμού στις 28 Οκτωβρίου. Η ημερομηνία έχει επιβεβαιωθεί επίσημα από το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών.
Μιλώντας στο CNBC, ο Χάλντεϊν υποστήριξε ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους να ενταθούν, εάν η κυβέρνηση δεν πείσει τους επενδυτές ότι μπορεί να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά. Κατά την άποψή του, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αποτραπεί ένα τέτοιο σενάριο είναι να δείξει ότι είναι «ικανή και πρόθυμη» να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες.
Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος δανεισμού της Βρετανίας παραμένει υψηλό. Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι έχει αναγνωρίσει ότι τα βρετανικά επιτόκια και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά από το 2009.
Ο Χάλντεϊν θεωρεί ότι η Βρετανία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη επειδή συνδυάζει χαμηλή ανάπτυξη, επίμονο πληθωρισμό και υψηλό δημόσιο χρέος. «Δεν έχουμε ισοσκελίσει τα βιβλία αυτόν τον αιώνα», υποστηρίζει, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα έχει μικρότερο περιθώριο ελιγμών από άλλες μεγάλες οικονομίες.

Ζητούμενο για την Βρετανία η δημοσιονομική πειθαρχία
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, θέλει να περιορίσει το κόστος ζωής, να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και να επενδύσει σε υποδομές και ανάπτυξη. Από την άλλη, πρέπει να τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες και να δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι» ασφαλείας απέναντι σε νέες οικονομικές αναταράξεις. Ο Χίλι έχει δηλώσει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί την πρώτη του προτεραιότητα και ότι ο προϋπολογισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει περιθώριο για την αντιμετώπιση της αβεβαιότητας.
Ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα είναι οι κοινωνικές δαπάνες. Ο Μπέρναμ έχει υποστηρίξει αλλαγές στον λεγόμενο «τριπλό κλείδωμα» των συντάξεων, σύμφωνα με τον οποίο οι κρατικές συντάξεις αυξάνονται με βάση τον υψηλότερο ρυθμό μεταξύ πληθωρισμού, μέσης αύξησης μισθών ή 2,5%. Ωστόσο, οι περικοπές κοινωνικών παροχών αποτελούν πολιτικά ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα για την κυβέρνηση των Εργατικών.
Την ίδια στιγμή, η πιθανότητα νέων φόρων παραμένει στο τραπέζι. Ο Μπέρναμ δεν έχει αποκλείσει αυξήσεις, ενώ στον βρετανικό Τύπο έχει συζητηθεί ακόμη και η επιβολή έκτακτου φόρου στις τράπεζες. Οι μεγάλες τράπεζες αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση θα μπορούσε να πλήξει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο επιμένει ο Χάλντεϊν. Κατά την εκτίμησή του, ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί τον βασικό κινητήρα ανάπτυξης και υπάρχει ήδη η αίσθηση στις επιχειρήσεις ότι η φορολογική επιβάρυνση είναι υπερβολικά υψηλή. Η κυβέρνηση, επομένως, θα πρέπει να αποφύγει έναν προϋπολογισμό που θα βασίζεται αποκλειστικά σε νέους φόρους.
Το ζητούμενο στις 28 Οκτωβρίου είναι να πειστούν οι αγορές ότι η Βρετανία μπορεί ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει τις προτεραιότητές της και να διατηρήσει τον έλεγχο του χρέους. Η ίδια η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι ο προϋπολογισμός θα τηρεί τους δημοσιονομικούς κανόνες και θα δημιουργεί περιθώριο ασφαλείας απέναντι στην αβεβαιότητα.




































