Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης στρέφονται όλο και περισσότερο στη Wall Street για να χρηματοδοτήσουν τον τεράστιο λογαριασμό των chips και των data centers, καθώς η κούρσα για την ανάπτυξη υποδομών AI απαιτεί ολοένα περισσότερα κεφάλαια.
Η Broadcom βρίσκεται σε συζητήσεις για τη συγκέντρωση χρηματοδότησης άνω των 50 δισ. δολαρίων για τα ειδικά τσιπ τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσει μαζί με την OpenAI. Μεταξύ των χρηματοδοτών με τους οποίους έχει συζητήσει περιλαμβάνονται η Apollo και η Blackstone, ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο και το τελικό ύψος της συμφωνίας ενδέχεται να αλλάξει, αναφέρει η Wall Street Journal.
Παράλληλα, η Oracle βρίσκεται σε συζητήσεις με την Apollo και τη Goldman Sachs για τη χρηματοδότηση μεγάλης αγοράς chips, ενώ η SpaceX έχει εξετάσει χρηματοδότηση ύψους 40 δισ. δολαρίων για την αγορά chips της Nvidia.
Η κινητικότητα αυτή αντανακλά το τεράστιο κόστος της επέκτασης των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης. Οι μεγάλοι πάροχοι cloud, όπως η Amazon Web Services και η Oracle, έχουν ήδη εκδώσει χρέος εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους σε data centers και υπολογιστική ισχύ. Πλέον, καθώς οι ανάγκες αυξάνονται, οι εταιρείες αναζητούν νέες μορφές χρηματοδότησης πέρα από τον παραδοσιακό εταιρικό δανεισμό.

Οι εταιρείες ανάπτυξης AI αγοράζουν τσιπ και φεύγουν από cloud
Στην αγορά εμφανίζεται ταυτόχρονα μια νέα κατηγορία αγοραστών τσιπ: οι ίδιες οι εταιρείες ανάπτυξης AI, όπως η OpenAI και η Anthropic. Μέχρι σήμερα βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις υποδομές των cloud providers, πληρώνοντας για τη χρήση υπολογιστικής ισχύος. Τώρα επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο της υποδομής τους, ώστε να μειώσουν μακροπρόθεσμα το κόστος και την εξάρτησή τους από τρίτους.
Η συμφωνία Broadcom–OpenAI θα μπορούσε να αφορά υποδομή αρκετών gigawatts. Το εσωτερικό πρόγραμμα της OpenAI για την ανάπτυξη δικών της τσιπ ονομάζεται Nexus, ενώ τα πρώτα τσιπ έχουν πάρει τις ονομασίες Jalapeño και Serrano. Οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν πέρυσι σχέδιο για την ανάπτυξη συνολικά 10 gigawatts custom chips, με τις εγκαταστάσεις να αναπτύσσονται από το δεύτερο εξάμηνο του 2026 έως το 2029.
Η Oracle, από την πλευρά της, αναζητά χρηματοδότηση προκειμένου να καλύψει το κενό μεταξύ της στιγμής που πληρώνει για τα τσιπ και εκείνης που αρχίζει να εισπράττει έσοδα από τις υπηρεσίες cloud που θα βασίζονται σε αυτά. Μόνο η αγορά τσιπ της Nvidia για ένα data center ισχύος 1 gigawatt μπορεί να κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Ένα από τα μοντέλα που εξετάζονται προβλέπει τη δημιουργία μιας ξεχωριστής εταιρείας, στην οποία θα επενδύσουν οι χρηματοδότες. Η εταιρεία αυτή θα αγοράζει τα τσιπ και στη συνέχεια θα τα εκμισθώνει στην Oracle. Με αυτόν τον τρόπο η Oracle θα μπορεί να αποκτήσει την απαραίτητη υπολογιστική ισχύ χωρίς να επιβαρύνει άμεσα τον δικό της ισολογισμό με αντίστοιχο νέο δανεισμό.
Η εξέλιξη δείχνει ότι η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης περνά πλέον από την τεχνολογία στη χρηματοοικονομική μηχανική. Οι επενδύσεις σε τσιπ και data centers είναι τόσο μεγάλες ώστε οι εταιρείες αναζητούν νέα σχήματα, με τη Wall Street να αναλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση της επόμενης γενιάς υποδομών AI.






































