Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να διερευνήσει καταγγελίες για απάτη στην κοινότητα των Σομαλών της Μινεσότα, ο Μπέσεντ θεώρησε ότι ένας από τους ανώτερους συνεργάτες του καθυστερούσε. Σε συνάντηση τον Ιανουάριο στο υπουργείο, ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον Τζον Χάρλεϊ, υφυπουργό αρμόδιο για την τρομοκρατία και τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες, φωνάζοντας και χρησιμοποιώντας υβριστικές εκφράσεις μπροστά σε συνεργάτες.
Σύμφωνα με πηγές της Wall Street Journal, ο Μπέσεντ αργότερα συζήτησε με συνεργάτες του την απομάκρυνση του Χάρλεϊ από το υπουργείο. Ο τελευταίος τελικά ανέλαβε τη θέση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στον ΟΟΣΑ. Το Reuters είχε μεταδώσει ήδη από τον Φεβρουάριο ότι η αποχώρησή του συνδεόταν με τριβές με τον Μπέσεντ, χωρίς όμως να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα όλες τις σχετικές πληροφορίες.
Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο. Περισσότεροι από 30 πρώην και νυν αξιωματούχοι του υπουργείου και της κυβέρνησης περιγράφουν τον Μπέσεντ ως έναν ιδιαίτερα απαιτητικό και συχνά οξύθυμο προϊστάμενο. Υποστηρίζουν ότι έχει επιπλήξει ανώτερους συμβούλους και νεότερους υπαλλήλους για ζητήματα από τη χάραξη πολιτικής έως τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται το καθημερινό ενημερωτικό υλικό του.
Οι επικριτές του θεωρούν ότι η συμπεριφορά αυτή έχει συμβάλει στην ασυνήθιστα μεγάλη κινητικότητα στην ηγεσία του υπουργείου. Οι υποστηρικτές του, αντίθετα, λένε ότι ο επιθετικός τρόπος διοίκησης αντανακλά την προσήλωσή του στα αποτελέσματα και την επείγουσα αίσθηση που απαιτεί, κατά την άποψή τους, η οικονομική ατζέντα του Τραμπ.

Συγκέντρωση εξουσίας
Στους περίπου 20 μήνες της θητείας του, ο Μπέσεντ έχει συγκεντρώσει σημαντική επιρροή στο υπουργείο Οικονομικών. Ο στενός κύκλος του περιλαμβάνει αρκετούς συνεργάτες από την προηγούμενη καριέρα του στον χρηματοοικονομικό κλάδο, μεταξύ τους τον Τζιν Λανγκ, ο οποίος εργάστηκε μαζί του στην επενδυτική εταιρεία Key Square Capital Management.
Μετά την αποχώρηση του Χάρλεϊ, ο Λανγκ ανέλαβε τα καθήκοντά του, χωρίς όμως να καταλάβει την ίδια θέση που απαιτεί έγκριση της Γερουσίας. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας του Μπέσεντ να βασίζεται σε πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του.
Η συγκέντρωση εξουσίας έχει επεκταθεί και πέρα από την παραδοσιακή αρμοδιότητα του υπουργού Οικονομικών. Ο Μπέσεντ έχει ενεργό ρόλο στις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, στην πολιτική για την τεχνητή νοημοσύνη και στις επιλογές για την ηγεσία της Federal Reserve. Παράλληλα, έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στην οικονομική στρατηγική απέναντι στο Ιράν.
Στις 24 Αυγούστου ανακοίνωσε την Operation Economic Outcast (Επιχείρηση Οικονομικός Παρίας), μια ευρεία εκστρατεία οικονομικής πίεσης που έχει στόχο να περιορίσει τις χρηματοοικονομικές και εμπορικές «γραμμές ζωής» του Ιράν. Έκτοτε, το υπουργείο έχει επεκτείνει τις κυρώσεις σε πετρέλαιο, αεροπορία, ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, ναυτιλία και βιομηχανία.

Το μεγάλο στοίχημα της οικονομίας
Η αυξημένη επιρροή του Μπέσεντ, όμως, συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομικές επιδόσεις της κυβέρνησης απέχουν από τους αρχικούς στόχους της.
Ο Μπέσεντ είχε προτείνει στον Τραμπ τη στρατηγική «3-3-3»: δημοσιονομικό έλλειμμα 3% του ΑΕΠ έως το 2028, ανάπτυξη 3% και αύξηση της αμερικανικής παραγωγής πετρελαίου κατά τρία εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Η ανάπτυξη, ωστόσο, κινείται χαμηλότερα από τον στόχο, ενώ η αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής είναι πολύ μικρότερη.
Παράλληλα, το ομοσπονδιακό χρέος έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά. Στις 6 Οκτωβρίου η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου βρισκόταν στο 5,27%, ενώ η 30ετής στο 5,64%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών.
Η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει το κόστος δανεισμού τόσο για το αμερικανικό Δημόσιο όσο και για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο Μπέσεντ έχει προσπαθήσει να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς μέσω επαναγορών κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της πολιτικής αυτής αμφισβητείται από μέρος της αγοράς. Το υπουργείο αύξησε το ανώτατο όριο του προγράμματος επαναγορών στα 6 δισ. δολάρια, αλλά οι αγορές συχνά απορροφούν μόνο περίπου το μισό των προσφορών.

Η σχέση Μπέσεντ – Τραμπ
Παρά τις αντιδράσεις, ο Μπέσεντ έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του προέδρου. Ο Τραμπ φέρεται να επικοινωνεί μαζί του σχεδόν καθημερινά και να τον θεωρεί έναν από τους λίγους αξιωματούχους που μπορούν να τον μεταπείσουν σε οικονομικά ζητήματα.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: όσο αυξάνεται η εξάρτηση της κυβέρνησης από τον Μπέσεντ, τόσο μεγαλύτερο γίνεται και το προσωπικό βάρος που πέφτει πάνω του. Ένας ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περιέγραψε την κατάσταση λέγοντας ότι ολόκληρη η οικονομική ατζέντα του προέδρου βρίσκεται ουσιαστικά στους ώμους του υπουργού.
Ο ίδιος ο Μπέσεντ εμφανίζεται αμετανόητος. Έχει απορρίψει την κριτική από τη Wall Street, χαρακτηρίζοντας σκόπιμα ειρωνικά και υποτιμητικά ορισμένους επικριτές του «Bloomberg terminal bros», δηλαδή τη «συμμορία» που απλά είναι κολλημένη στις οθόνες του Bloomberg και δεν εφάπτονται της πραγματικότητας, ενώ έχει δηλώσει με αυτοπεποίθηση ότι οι επενδυτές μπορούν να στοιχηματίσουν εναντίον του, αν το επιθυμούν.
Οι υποστηρικτές του λένε ότι η σκληρότητά του είναι μέρος της αποτελεσματικότητάς του. Οι επικριτές του, όμως, φοβούνται ότι η συγκέντρωση εξουσίας και η επιθετική διοικητική κουλτούρα δημιουργούν κινδύνους για ένα υπουργείο που βρίσκεται στην καρδιά της αμερικανικής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής.
Το πραγματικό τεστ για τον Μπέσεντ, τελικά, δεν θα είναι αν μπορεί να επιβληθεί στους συνεργάτες του, αλλά αν μπορεί να μετατρέψει την επιρροή του στον Λευκό Οίκο σε μετρήσιμα οικονομικά αποτελέσματα: χαμηλότερο κόστος δανεισμού, σταθερότερο πληθωρισμό, μικρότερο δημοσιονομικό έλλειμμα και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον έχει δει μεγαλύτερες αποδόσεις ομολόγων και ένα δημόσιο χρέος που συνεχίζει να αυξάνεται. Την ίδια ώρα, ο Μπέσεντ έχει αναλάβει και το οικονομικό σκέλος της εκστρατείας κατά του Ιράν, με το υπουργείο να διευρύνει τις κυρώσεις του και τον ίδιο να δηλώνει ότι στόχος είναι η απομόνωση της Τεχεράνης από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Έτσι, ο Μπέσεντ έχει εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους οικονομικούς παίκτες της κυβέρνησης Τραμπ. Η επιτυχία ή η αποτυχία του, όμως, θα κριθεί λιγότερο από την ικανότητά του να επιβάλλεται στο εσωτερικό του υπουργείου και περισσότερο από το αν μπορεί να αποδείξει ότι η σκληρή του προσέγγιση αποδίδει στην αμερικανική οικονομία.
































![Ακίνητα: Κύμα μεταβιβάσεων ενόψει του φόρου 15% [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/akinita.png)

