Η προσωπική αντιπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι αλλά και η συμπάθειά του προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν εξελίσσεται, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους και διπλωμάτες που μιλούν στο Politico, σε κρίσιμο εμπόδιο στις προσπάθειες ειρήνευσης στην Ουκρανία. Την ώρα που οι ρωσικές επιθέσεις εντείνονται και τα περιθώρια αντοχής του Κιέβου στενεύουν, ο Αμερικανός πρόεδρος κλιμακώνει την πίεση στον Ουκρανό ομόλογό του, ενισχύοντας στην Ευρώπη την εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον γέρνει προς την πλευρά του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Με ένα σχόλιο που έκανε αυτή την εβδομάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι δεν θεωρεί τον πόλεμο στην Ουκρανία μια σύγκρουση στην οποία ευθύνονται και οι δύο πλευρές. «Η Ρωσία, ειλικρινά, έχει φερθεί μια χαρά στο θέμα της Ουκρανίας», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, προσθέτοντας: «Δεν έχει κάνει και τόσα πολλά».
Για τους κατοίκους του Κιέβου —που επί εβδομάδες υφίστανται ολοένα εντονότερους βομβαρδισμούς— και τους συμμάχους της Ουκρανίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, το σχόλιο επιβεβαίωσε την εντύπωση που ενισχύεται διαρκώς: ότι οι ΗΠΑ παίρνουν το μέρος του Ρώσου ηγέτη Βλαντίμιρ Πούτιν στον πόλεμο.
«Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές προσπαθούν εδώ και σχεδόν δύο χρόνια να εξωθήσουν την Ουκρανία σε παράδοση», δήλωσε την Τρίτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας. Ο λόγος για τον οποίο η Ουκρανία δεν έχει μέχρι σήμερα «παραδοθεί με τους όρους του Πούτιν» είναι η μεγάλη στήριξη που της παρέχει η Ευρώπη, πρόσθεσε.
Οι εκτιμήσεις και οι επιδιώξεις
Αναζητώντας εξηγήσεις για την τελευταία στροφή του Τραμπ εναντίον της Ουκρανίας, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες εκτιμούν ότι αυτή οφείλεται τόσο στις προσωπικές προτιμήσεις του προέδρου όσο και στις πολιτικές επιδιώξεις της χώρας του.
«Πιστεύω πράγματι ότι είναι προσωπικό το ζήτημα», δήλωσε ο πρώην Βρετανός υπουργός Ντέιβιντ Λίντινγκτον, σήμερα διακεκριμένος ερευνητής στο Royal United Services Institute, μία από τις κορυφαίες δεξαμενές σκέψης για θέματα ασφάλειας στο Λονδίνο. «Ο Τραμπ είναι εγωκεντρικός — η προσωπική του προτίμηση στους δικτάτορες και τους αυταρχικούς ηγέτες, η επιθυμία του να δημιουργήσει ευκαιρίες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις… αποτελούν πολύ σημαντικά στοιχεία των κινήτρων του».

Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αξιωματούχοι της ΕΕ συμφωνούν. «Ο Τραμπ δεν συμπαθεί τον [Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ] Ζελένσκι. Απλώς δεν τον συμπαθεί», δήλωσε κυβερνητικός αξιωματούχος που έχει παρακολουθήσει από κοντά και τους δύο άνδρες. «Αυτό δυσκολεύει την προσπάθεια να εξασφαλιστεί η συνδρομή των ΗΠΑ για την ειρήνη. Με τον Τραμπ, όλα αντιμετωπίζονται ως μια επιχειρηματική συμφωνία που διέπεται από ορθολογικούς υπολογισμούς — μέχρι τη στιγμή που αυτό παύει να ισχύει».
Διπλωμάτης από χώρα της ΕΕ —στον οποίο, όπως και σε άλλους συνομιλητές του ρεπορτάζ του Politico, παραχωρήθηκε ανωνυμία προκειμένου να συζητήσει ευαίσθητα ζητήματα— δήλωσε ότι ο ευμετάβολος Τραμπ θα μπορούσε να αλλάξει ξανά γνώμη και να ανατρέψει τις πρόσφατες κινήσεις του εις βάρος της Ουκρανίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αλλάξει επανειλημμένα στάση σε πολλά ζητήματα, «με μία εξαίρεση», είπε ο διπλωμάτης. «Φαίνεται να στηρίζει τους Ρώσους», επισήμανε
«Έχει επικρίνει την Ουκρανία, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, αλλά σχεδόν ποτέ δεν έχει πει κάτι επικριτικό για τον Πούτιν. Είναι εντυπωσιακό. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια αμερικανική κυβέρνηση που φαίνεται να είναι πρωτίστως φιλορωσική», δήλωσε ο διπλωμάτης.
Ο Λευκός Οίκος δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.
Οι απώλειες αυξάνονται
Για την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους της, η σκέψη ότι τίποτε δεν μπορεί ή δεν πρόκειται να αλλάξει τα αισθήματα του Τραμπ για τον Ζελένσκι δημιουργεί μια ζοφερή προοπτική. Έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια πολέμου, τα χρηματοδοτικά περιθώρια και τα μέσα αντιαεροπορικής άμυνας του Κιέβου εξαντλούνται, ενώ —καθώς ενισχύεται η απήχηση της λαϊκιστικής δεξιάς στην Ευρώπη— η Ουκρανία κινδυνεύει να χάσει και πολιτική στήριξη τους επόμενους μήνες.
Ο απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, συναντήθηκε την Τρίτη στο Όσλο με τον Ουκρανό πρόεδρο και τους ηγέτες της Νορβηγίας και της Φινλανδίας. Σήμερα, μεταβαίνει στην Αγία Πετρούπολη για να συζητήσει ειρηνευτικές προτάσεις με τη ρωσική ηγεσία, καθώς ο Λευκός Οίκος ασκεί έντονες πιέσεις για κατάπαυση του πυρός. Μία από τις επιλογές που θα προταθούν στον Πούτιν είναι μια τριμερής συνάντηση κορυφής με τον Τραμπ και τον Ζελένσκι.

Ωστόσο, προηγούμενες προσπάθειες να πειστεί ο Ρώσος πρόεδρος να συμμετάσχει σε μια τέτοια συνάντηση έχουν αποτύχει και οι διπλωμάτες της ΕΕ δεν πιστεύουν ότι ο Πούτιν επιδεικνύει πραγματική βούληση για κατάπαυση του πυρός. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν τόσο προβληματική την εχθρότητα του Τραμπ απέναντι στον Ζελένσκι.
«Σε ολόκληρη την Ευρώπη υπάρχει σαφής ομοφωνία ότι ο Πούτιν δεν θέλει ειρήνη», δήλωσε δεύτερος διπλωμάτης της ΕΕ, προσθέτοντας: «Θα πρέπει να εξαναγκαστεί να την αποδεχθεί».
Αντί όμως να θέτει απαιτήσεις στον Πούτιν, ο Τραμπ έχει εντείνει τις πιέσεις στον Ζελένσκι, ακόμη και εν μέσω της κλιμάκωσης των ρωσικών επιθέσεων σε ουκρανικές πόλεις αυτόν τον μήνα. Ο Ουκρανός ηγέτης αισθάνεται το βάρος αυτής της πίεσης, όπως ανέφερε στους ομολόγους του στην ΕΕ κατά τη διάρκεια κλειστών συναντήσεων στις Βρυξέλλες την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με τον πρώτο διπλωμάτη.
Σε διαδοχικά, ιδιαίτερα επικριτικά σχόλια τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ο Ζελένσκι «δεν ενδιαφέρεται» και «δεν θέλει να τελειώσει αυτός ο πόλεμος», καθώς και ότι θα πρέπει να αντικατασταθεί στην ηγεσία της χώρας ή στον ρόλο του διαπραγματευτή της Ουκρανίας. «Ο πρόεδρος Πούτιν θα ήθελε να υπάρξει μια διευθέτηση», δήλωσε ο Τραμπ, ενώ πρόσθεσε: «Ο πρόεδρος Ζελένσκι θα μπορούσε να έχει δώσει τέλος σε αυτόν τον πόλεμο ή να έχει καταλήξει σε συμφωνία πολλές φορές».
Το σφυροκόπημα στο Οβάλ Γραφείο
Η εχθρότητα του Τραμπ ενδέχεται να έχει τις ρίζες της σε ένα περιστατικό της πρώτης θητείας του, το 2019, όταν παρότρυνε τον Ουκρανό ηγέτη να συνδράμει σε έρευνα για τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος τελικά νίκησε τον Τραμπ στις επόμενες προεδρικές εκλογές, δήλωσε ο Λίντινγκτον. Μια σειρά από εχθρικές συναντήσεις στα χρόνια που ακολούθησαν —μεταξύ αυτών και εκείνη στο Οβάλ Γραφείο τον Φεβρουάριο του 2025— ενίσχυσαν αυτή την εντύπωση, πρόσθεσε.
«Ήταν σαφές ότι, στην περιβόητη συνάντηση στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ και ο [αντιπρόεδρος Τζέι Ντι] Βανς είχαν σχεδιάσει εκείνο το δημόσιο σφυροκόπημα του Ζελένσκι. Και τότε μου είχε κάνει εντύπωση ότι υπήρχε έντονο προσωπικό στοιχείο σε όλο αυτό», δήλωσε ο Λίντινγκτον.

«Νομίζω ότι υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο: αν κοιτάξει κανείς ποιους προσπαθεί να προσεταιριστεί ο Τραμπ, συνήθως πρόκειται για αυταρχικούς ηγέτες που προβάλλουν την εικόνα του “ισχυρού άνδρα” — και είναι πράγματι άνδρες», ανέφερε.
Θυμήθηκε τη συμμετοχή του σε δείπνο με παγκόσμιους ηγέτες στο Παρίσι, το 2018, για τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και η τότε καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, είχαν από κοινού τον ρόλο των οικοδεσποτών «στο κεντρικό τραπέζι», αλλά ο Τραμπ δεν ενδιαφερόταν να πιάσει κουβέντα με κανέναν από τους δύο, είπε ο Λίντινγκτον.
«Από τη γλώσσα του σώματος ήταν αρκετά προφανές ότι ο Τραμπ έδειχνε ανυπομονησία μαζί τους. Ένας από εκείνους με τους οποίους ήθελε πραγματικά να μιλήσει ήταν ο [Τούρκος ηγέτης Ρετζέπ Ταγίπ] Ερντογάν, καθώς και άλλοι που ταίριαζαν περισσότερο στην εικόνα του ισχυρού άνδρα την οποία αρέσκεται να προβάλλει και ο ίδιος για τον εαυτό του», παρατήρησε.
Περίεργες ιστορίες
Ανώτερος αξιωματούχος ευρωπαϊκής χώρας, με γνώση των συνομιλιών για την Ουκρανία, δήλωσε ότι τα κίνητρα του Τραμπ είναι εν μέρει πολιτικά, εν μέρει συνδέονται με υπολογισμούς για το τι θα ήταν επικερδές και εν μέρει αφορούν τις προσωπικότητες των εμπλεκομένων.
«Βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε προεκλογική περίοδο και χρειάζονται κάποιον στον οποίο να επιρρίψουν την ευθύνη για την άνοδο των τιμών», δήλωσε ο αξιωματούχος. «Γενικά, ο Τραμπ τείνει να συμπαθεί ορισμένους τύπους ανθρώπων και ηγετών. Έχει πράγματι αδυναμία στους επιτυχημένους και εύθυμους ανθρώπους».
Τις τελευταίες ημέρες, ο Ζελένσκι έχει προειδοποιήσει ότι η χώρα του υφίσταται περισσότερες απώλειες αμάχων επειδή οι ΗΠΑ έχουν περιορίσει τη στήριξή τους, μεταξύ άλλων και τις υπηρεσίες Starlink και Starshield, οι οποίες βοηθούν την Ουκρανία να αμύνεται απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις και να σχεδιάζει επιχειρήσεις. «Εξακολουθούμε να μην έχουμε καμία εξήγηση γι’ αυτό, μόνο διάφορες περίεργες ιστορίες», δήλωσε ο Ζελένσκι τη Δευτέρα σε μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου.

Αυτόν τον μήνα, οι έγκαιρες προειδοποιήσεις από Αμερικανούς εταίρους για επικείμενες ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις δεν έφθαναν όπως συνήθως. Παράλληλα, όπως ανέφερε, τα αποθέματα της Ουκρανίας σε πυραύλους αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot μειώνονται επικίνδυνα.
Το Πεντάγωνο δεν έχει σχολιάσει επισήμως τις ουκρανικές αιτιάσεις. Η Αποστολή Παρακολούθησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στην Ουκρανία ανακοίνωσε ότι τον περασμένο μήνα σκοτώθηκαν 328 άμαχοι και τραυματίστηκαν περισσότεροι από 2.000 σε ολόκληρη τη χώρα, με τον συνολικό αριθμό των νεκρών και των τραυματιών να είναι αυξημένος κατά 85% σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, οι πρώτες δύο εβδομάδες του Οκτωβρίου ήταν από τις πιο φονικές για τους αμάχους στην Ουκρανία εδώ και χρόνια, εξαιτίας της αύξησης των επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ο πρώτος διπλωμάτης της ΕΕ που μίλησε στο ρεπορτάζ του Politico δήλωσε ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενοχλούνται επειδή ο Τραμπ τις έχει αποκλείσει μέχρι στιγμής από τις συνομιλίες του με τον Πούτιν. «Πιθανότατα υπάρχει πολύ περισσότερος διάλογος μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων απ’ όσο ενδεχομένως γνωρίζουμε», ανέφερε.
Η συνάντηση της Τρίτης με τον Γουίτκοφ στη Νορβηγία άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανέλθει στο τραπέζι η προοπτική απευθείας συνομιλιών με τον Πούτιν, τουλάχιστον για τον Ζελένσκι.
«Σήμερα ήταν μια καλή ημέρα για την ειρήνη», δήλωσε ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, μετά τη συμμετοχή του στις συνομιλίες στο Όσλο. «Σε ουσιαστικό και τεχνικό επίπεδο, έχουμε πράγματι σημειώσει μεγάλη πρόοδο, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, την τελευταία εβδομάδα περίπου, και τώρα αισθάνομαι ότι η διαδικασία έχει επανέλθει σε τροχιά», ανέφερε.
Η διαδικασία κινείται πλέον και πάλι προς τη σωστή κατεύθυνση, πρόσθεσε. «Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξουν πισωγυρίσματα».







































