Η αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων και τα πιο αδύναμα στοιχεία από την αγορά εργασίας έχουν το τελευταίο διάστημα τροφοδοτήσει προσδοκίες ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να αποφύγουν νέες αυξήσεις επιτοκίων. Ωστόσο, η UBS προειδοποιεί ότι αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πως ανοίγει ο δρόμος για μεγάλες μειώσεις επιτοκίων.
Σε νέα ανάλυσή της με τίτλο «Inflation’s all around me, it’s everywhere I go», η UBS επισημαίνει ότι οι πρόσφατες ημερήσιες και εβδομαδιαίες κινήσεις στις χρηματιστηριακές αγορές αποδίδονται συχνά στη μείωση της πίεσης προς τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια, μετά από ηπιότερα στοιχεία για την απασχόληση ή χαμηλότερες μετρήσεις του πληθωρισμού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά έχει η αναφορά της UBS στη Eurobank
Όπως σημειώνει, παρότι οι προσδοκίες των αγορών για τα μελλοντικά επιτόκια δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά, είναι πιθανό οι κεντρικές τράπεζες να μην προχωρήσουν τελικά σε αυξήσεις.
Η UBS, ωστόσο, τονίζει ότι δεν έχει πειστεί πως οι πληθωριστικές αυξήσεις που συνδέονται με την ενέργεια, ή ακόμη και με τις καιρικές συνθήκες, μέσω της επίδρασής τους στην αλυσίδα τροφίμων, είναι ένα είδος πληθωρισμού που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μέσω των επιτοκίων.

Το πραγματικό στοίχημα για τις τράπεζες
Για τους επενδυτές των τραπεζών, σύμφωνα με τη UBS, το σημαντικότερο δεν είναι εάν τα επιτόκια θα αυξηθούν κατά 50 μονάδες βάσης και στη συνέχεια θα μειωθούν κατά άλλες 50 μονάδες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια είναι η πιθανότητα να υποχωρήσουν συνολικά κατά 200 μονάδες βάσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η UBS θεωρεί ότι η μεγάλη εικόνα είναι πιο αποκαλυπτική από τις μηνιαίες μετρήσεις του δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI). Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ βρίσκεται πάνω από τον στόχο από τον Φεβρουάριο του 2021, ενώ ούτε η Βρετανία ούτε η Ευρωζώνη, με τις επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών, έχουν απειλήσει σε σημαντικό βαθμό τους στόχους τους για τον πληθωρισμό εδώ και περίπου πέντε χρόνια.
«Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούμε ότι ένα χαμηλότερο risk premium για τις τραπεζικές μετοχές έχει νόημα», υποστηρίζει η UBS.
Η εικόνα που δίνει η UBS συνοψίζεται στο συμπέρασμα ότι ο πληθωρισμός παραμένει καλά στηριγμένος, όπως και τα επιτόκια, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για μια μεγάλη και γρήγορη αποκλιμάκωσή τους.
Η Eurobank και το ερώτημα της αποτίμησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά έχει η αναφορά της UBS στη Eurobank, καθώς η ανάλυση εξετάζει εάν οι σημερινές αποτιμήσεις των τραπεζών μπορούν να αξιολογηθούν με βάση ιστορικούς μέσους όρους που περιλαμβάνουν μια πολύ διαφορετική περίοδο για τα επιτόκια και την κερδοφορία.
Σύμφωνα με την UBS, οι δείκτες P/E της Eurobank βρίσκονται πλέον κοντά στον μέσο όρο της περιόδου μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση (post-GFC).
Ωστόσο, θέτει το ερώτημα κατά πόσο είναι λογικό να χρησιμοποιείται ένας τέτοιος μέσος όρος για τον προσδιορισμό των σημερινών «δίκαιων» αποτιμήσεων, όταν ο συγκεκριμένος ιστορικός μέσος όρος επηρεάζεται σημαντικά από μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια βρίσκονταν κοντά στο μηδέν, οι αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων (ROTE) ήταν περίπου οι μισές από τα σημερινά επίπεδα και το ρυθμιστικό πλαίσιο γινόταν ολοένα αυστηρότερο.

Με άλλα λόγια, η UBS ουσιαστικά υποστηρίζει ότι η σύγκριση των σημερινών τραπεζικών αποτιμήσεων με τους ιστορικούς μέσους όρους χρειάζεται προσοχή, καθώς οι συνθήκες στις οποίες διαμορφώθηκαν εκείνες οι αποτιμήσεις διαφέρουν αισθητά από το σημερινό περιβάλλον.
Η UBS υπενθυμίζει, τέλος, ότι οι τράπεζες παραμένουν εκτεθειμένες σε ένα ευρύ φάσμα κινδύνων, μεταξύ των οποίων ο πιστωτικός και ο επιτοκιακός κίνδυνος, η μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι κανονιστικές αλλαγές, ενώ σε επίπεδο κλάδου υπάρχουν και κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα και ευρύτερους παράγοντες ESG.





































