Οι εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις που εξασφαλίζουν πλέον τα δεξαμενόπλοια για ταξίδια από τον Περσικό Κόλπο παύουν σταδιακά να αντιμετωπίζονται από την αγορά ως μια προσωρινή στρέβλωση λόγω του πολέμου. Πλοιοκτήτες, ναυλομεσίτες και αναλυτές βλέπουν πίσω από τα ναύλα των εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων ημερησίως μια βαθύτερη, πιθανώς μόνιμη, μεταβολή στη δομή των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου.
Οι πολύμηνες πυραυλικές επιθέσεις, οι ζημιές σε πλοία και οι συνεχείς προειδοποιήσεις ασφαλείας έχουν δημιουργήσει σύμφωνα με την Lloyd’s List, μια αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία βρίσκονται τα πλοία και οι πλοιοκτήτες που εξακολουθούν να είναι διατεθειμένοι να δραστηριοποιούνται στις ζώνες υψηλού κινδύνου και από την άλλη ένας αυξανόμενος αριθμός ανεξάρτητων operators που περιορίζουν την έκθεσή τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η πρόσβαση σε διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα εξελίσσεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα για τις πετρελαϊκές εταιρείες.
Η περιορισμένη προσφορά πλοίων που είναι πρόθυμα να φορτώσουν μέσα στον Κόλπο έχει οδηγήσει τις αποδόσεις των VLCC σε επίπεδα που μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 500.000 δολάρια ημερησίως. Σε άλλες περιοχές που επηρεάζονται από πολεμικές συγκρούσεις, όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Ερυθρά Θάλασσα, οι αποδόσεις μπορούν να προσεγγίζουν τα 300.000 δολάρια την ημέρα.
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της Clarksons Securities Frode Morkedal, η αποχώρηση ανεξάρτητης χωρητικότητας από τις περιοχές υψηλού κινδύνου ενισχύει τα κίνητρα των μεγάλων ενεργειακών ομίλων να αποκτούν οι ίδιοι πλοία.
Η λογική είναι απλή: όσο λιγότερη ανεξάρτητη χωρητικότητα είναι διαθέσιμη, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά ο άμεσος έλεγχος του στόλου. Και όταν στρατηγικοί αγοραστές είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν σημαντικό premium για να εξασφαλίσουν τη ροή των εξαγωγών τους, οι αποτιμήσεις μπορούν να συμπαρασύρουν συνολικά την αγορά των δεξαμενόπλοιων.
Το 2027 ήδη «τιμολογεί» υψηλό ρίσκο
Ένα από τα ισχυρότερα μηνύματα έρχεται από την αγορά παραγώγων ναύλων. Το συμβόλαιο TD3C για το ημερολογιακό έτος 2027, το οποίο αντανακλά τις προσδοκίες για τις μεταφορές αργού από τον Κόλπο, εκτινάχθηκε μέσα σε λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα από επίπεδα περίπου 80.000-90.000 δολαρίων ημερησίως σε περίπου 270.000 δολάρια.
Την ίδια στιγμή, οι αντίστοιχοι δείκτες για ταξίδια που ξεκινούν εκτός του Middle East Gulf παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι η αγορά δεν θεωρεί πλέον το premium κινδύνου ως φαινόμενο λίγων εβδομάδων ή μηνών, αλλά αρχίζει να προεξοφλεί ότι οι υψηλότερες αμοιβές για φορτώσεις εντός του Κόλπου μπορούν να διατηρηθούν και μέσα στο 2027.
Το νέο μοντέλο των «shuttle tankers»
Η αλλαγή επηρεάζει ήδη και τον τρόπο με τον οποίο οι πετρελαϊκές εταιρείες οργανώνουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα.
Αντί να εξαρτώνται αποκλειστικά από τρίτους πλοιοκτήτες που θα δεχθούν να εισέλθουν στον Κόλπο και να διασχίσουν τα Στενά του Ορμούζ, οι εθνικές πετρελαϊκές εταιρείες εξετάζουν όλο και περισσότερο την απευθείας κατοχή και διαχείριση πλοίων για μικρότερες διαδρομές.
Σύμφωνα με το σενάριο που συζητείται στην αγορά, εταιρικά ελεγχόμενα VLCC θα πραγματοποιούν επαναλαμβανόμενα δρομολόγια (τύπου «pendulum») μεταξύ των τερματικών σταθμών φόρτωσης του Κόλπου και σημείων μεταφόρτωσης ανοικτά της Fujairah ή του Ομάν.
Εκεί τα φορτία θα μπορούν να μεταφέρονται μέσω μεταφόρτωσης από πλοίο σε πλοίο (ship-to-ship) σε συμβατικά δεξαμενόπλοια, τα οποία στη συνέχεια θα αναλαμβάνουν τα μεγάλα ταξίδια προς την Ασία χωρίς να χρειάζεται να εισέλθουν στην πλέον επικίνδυνη ζώνη.
Η εξέλιξη αυτή έχει αυξήσει το ενδιαφέρον και για τον δείκτη TD34 του Baltic Exchange, ο οποίος παρακολουθεί τα ναύλα VLCC από το Ομάν προς την Κίνα, δηλαδή σε διαδρομές εκτός του Στενού του Ορμούζ.
Η ADNOC ανοίγει τον δρόμο
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Abu Dhabi National Oil Company, η οποία έχει κινηθεί ιδιαίτερα επιθετικά στην αγορά πλοίων.
Η ADNOC Logistics & Services έχει γνωστοποιήσει αγορές έξι VLCC και πέντε VLGC συνολικής αξίας 1,3 δισ. δολαρίων, ενώ αρκετές συναλλαγές μεταχειρισμένων VLCC έχουν κλείσει σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τις συνήθεις εμπορικές αποτιμήσεις.
Χαρακτηριστική ήταν η πώληση του VLCC Celeste Nova, κατασκευής 2013 και συμφερόντων Zodiac Maritime, σε τιμή που εκτιμήθηκε περίπου στα 120 εκατ. δολάρια.
Η συναλλαγή ανέδειξε το premium που είναι διατεθειμένος να πληρώσει ένας στρατηγικός αγοραστής για άμεση παράδοση πλοίου.
Ωστόσο ακόμη και για τέτοιους αγοραστές υπάρχουν όρια. Πληροφορίες της αγοράς αναφέρουν ότι η ADNOC προσέγγισε στη συνέχεια και άλλους πλοιοκτήτες, χωρίς όμως να αποδεχθεί απαιτήσεις περίπου 110 εκατ. δολαρίων για παλαιότερα πλοία.
Το μεγάλο εμπόδιο της ασφάλισης
Το μοντέλο δεν είναι εύκολο να αντιγραφεί από όλους.
Πλοιοκτήτες εκτιμούν ότι η οικονομική λογική τέτοιων αγορών είναι πολύ ισχυρότερη για εταιρείες που έχουν άμεση έκθεση στις εξαγωγές πετρελαίου από τον Κόλπο και μακροχρόνια συμβόλαια φορτίων.
Για έναν καθαρά επενδυτικό παίκτη, αντίθετα, η αγορά ενός πανάκριβου μεταχειρισμένου VLCC με την προσδοκία ότι θα συνεχίσει να εισπράττει εξαιρετικά υψηλά spot ναύλα εμπεριέχει πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει και η ασφάλιση. Πλοία που συνδέονται με την ADNOC έχουν ήδη πληγεί επανειλημμένα σε πυραυλικές επιθέσεις, ενώ η κάλυψη απώλειας εισοδήματος για πλοία που αποφέρουν ακόμη και 500.000 δολάρια ημερησίως μπορεί να είναι εξαιρετικά ακριβή ή ακόμη και πρακτικά μη διαθέσιμη.
Ένα χτύπημα που θα θέσει εκτός λειτουργίας ένα τέτοιο πλοίο για σημαντικό διάστημα μπορεί να μετατρέψει πολύ γρήγορα μια επένδυση υψηλών αποδόσεων σε ιδιαίτερα ακριβό asset χωρίς έσοδα.
Από μεταφορικό μέσο σε κρίσιμο κρίκο ενεργειακής ασφάλειας
Παρά τα εντυπωσιακά επίπεδα των ναύλων, αρκετοί πλοιοκτήτες επισημαίνουν ότι τα 500.000 δολάρια ημερησίως δεν αποτελούν αντιπροσωπευτική εικόνα ολόκληρης της αγοράς δεξαμενόπλοιων.
Σε αρκετές περιπτώσεις, άλλωστε, τα φορτία μεταφέρονται μεταξύ εταιρειών του ίδιου κάθετα ολοκληρωμένου ενεργειακού ομίλου, με αποτέλεσμα μέρος της οικονομικής αξίας να μεταφέρεται ουσιαστικά από τη μία εταιρική οντότητα στην άλλη.
Ωστόσο εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίσουν να περιορίζουν τον αριθμό των πλοίων που είναι διαθέσιμα να επιχειρούν σε επικίνδυνες περιοχές, η αξία ενός δεξαμενόπλοιου δεν θα καθορίζεται πλέον μόνο από τα έσοδα που μπορεί να δημιουργήσει στη ναυλαγορά. Θα καθορίζεται και από την πρόσβαση που εξασφαλίζει σε κρίσιμες ενεργειακές ροές, εκτιμά η Lloyd’s List.
Υπό αυτή την έννοια, η επιθετική αγορά πλοίων από την ADNOC μπορεί στο μέλλον να θεωρηθεί όχι απλώς ως ευκαιριακή αντίδραση στις συνθήκες του πολέμου, αλλά ως η πρώτη εφαρμογή ενός νέου μοντέλου: ενός κόσμου στον οποίο οι πετρελαιοπαραγωγοί αντιμετωπίζουν πλέον τον ελεγχόμενο στόλο δεξαμενόπλοιων ως αναπόσπαστο μέρος της ενεργειακής και εφοδιαστικής τους ασφάλειας.








































