Στις χώρες της Ευρωζώνης που επηρεάζονται λιγότερο από ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκαταλέγει την Ελλάδα η Morningstar DBRS, καθώς η ευνοϊκή δυναμική του χρέους, σε συνδυασμό με τις ισχυρές οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις, αναμένεται να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό την επιβάρυνση από το αυξημένο κόστος δανεισμού.
Η Morningstar DBRS εξετάζει τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων στα δημόσια οικονομικά εννέα μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης
Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η δαπάνη για τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα προβλέπεται μάλιστα να μειωθεί κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2025 και 2030, την ώρα που σε χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,9 και 0,6 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Η Ισπανία και η Πορτογαλία εμφανίζουν επίσης περιορισμένη επιβάρυνση, με την αύξηση των τόκων να υπολογίζεται μόλις στις 0,1 μονάδες του ΑΕΠ.
Η Morningstar DBRS εξετάζει τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων στα δημόσια οικονομικά εννέα μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης, Αυστρίας, Βελγίου, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Ιταλίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας και Ισπανίας, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Το ύψος του υφιστάμενου χρέους, οι προοπτικές ανάπτυξης και η δημοσιονομική πορεία αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν τον βαθμό στον οποίο η άνοδος του κόστους χρηματοδότησης μεταφράζεται σε υψηλότερες δαπάνες για τόκους και, τελικά, σε μεγαλύτερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Γιατί η Ελλάδα ξεχωρίζει
Η Ελλάδα, μαζί με την Ισπανία και την Πορτογαλία, εμφανίζεται ως η λιγότερο επηρεαζόμενη χώρα στο σενάριο της Morningstar DBRS. Και αυτό παρά το γεγονός ότι και οι τρεις χώρες ξεκινούν από υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.
Το στοιχείο που κάνει τη διαφορά είναι η δυναμική του χρέους. Ο οίκος εκτιμά ότι η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη και η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων θα συνεχίσουν να οδηγούν σε μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ την περίοδο 2025-2030. Καθώς το συνολικό απόθεμα χρέους περιορίζεται, μικρότερο είναι και το ποσό που θα πρέπει σταδιακά να αναχρηματοδοτηθεί με τα υψηλότερα επιτόκια.
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης είναι πιθανό να παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαφορά στις αναπτυξιακές προοπτικές. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ που χρησιμοποιεί η Morningstar DBRS, το ονομαστικό ΑΕΠ Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας αναμένεται να αυξάνεται κατά μέσο όρο 4,4% ετησίως την περίοδο 2026-2030, έναντι μόλις 3,1% για τις υπόλοιπες έξι χώρες του δείγματος.
Παράλληλα, και οι τρεις χώρες προβλέπεται να εμφανίζουν πρωτογενή πλεονάσματα καθ’ όλη την περίοδο 2026-2030, περιορίζοντας τις ανάγκες νέου δανεισμού.
Το νέο περιβάλλον για τα κρατικά ομόλογα
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης είναι πιθανό να παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν απότομα το 2022, καθώς η πληθωριστική κρίση οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες σε επιθετική νομισματική σύσφιξη. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη επιστροφή των αποδόσεων στα χαμηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών.
Ο οίκος αποδίδει τη διατήρηση των αποδόσεων σε υψηλότερα επίπεδα κυρίως σε διαρθρωτικές αλλαγές στην προσφορά και τη ζήτηση κρατικού χρέους, αλλά και στα αυξημένα risk premia που απαιτούν οι επενδυτές λόγω των ανησυχιών για τα δημοσιονομικά ορισμένων χωρών.
Η προσφορά κρατικών ομολόγων έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς αρκετές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες εξακολουθούν να καταγράφουν υψηλά ελλείμματα και χρειάζεται να αναχρηματοδοτήσουν μεγαλύτερα αποθέματα χρέους. Την ίδια στιγμή, η έκδοση εταιρικών ομολόγων έχει επίσης αυξηθεί, περιορίζοντας ενδεχομένως τη ζήτηση για κρατικούς τίτλους.
Παράλληλα, η σταδιακή απόσυρση των αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες στο πλαίσιο της ποσοτικής σύσφιξης έχει περιορίσει έναν σημαντικό αγοραστή κρατικού χρέους. Η ζήτηση για μακροπρόθεσμους τίτλους από επενδυτές που διαχειρίζονται υποχρεώσεις, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, έχει επίσης μειωθεί λόγω κανονιστικών αλλαγών.
Ποιοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι
Η επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων είναι σαφώς εντονότερη στις χώρες με μεγάλο απόθεμα δημόσιου χρέους, καθώς η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης εφαρμόζεται σε μεγαλύτερη βάση χρέους. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Γαλλία και το Βέλγιο εμφανίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση της δαπάνης για τόκους.
Στη Γαλλία, η δαπάνη για τόκους αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2030 και στο Βέλγιο κατά 0,6 μονάδες. Ακολουθούν η Γερμανία με 0,4 μονάδες, ενώ Αυστρία και Ολλανδία καταγράφουν αύξηση κατά 0,3 μονάδες.
Στον αντίποδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία περιορίζουν την επιβάρυνση στις 0,1 μονάδες, ενώ η Ελλάδα είναι η μοναδική από τις εννέα χώρες του δείγματος όπου η δαπάνη για τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει, κατά 0,2 μονάδες.
Η Morningstar DBRS καταλήγει ότι τα υψηλότερα επιτόκια δημιουργούν αυξημένους κινδύνους κυρίως για τις χώρες που συνδυάζουν υψηλό χρέος με ασθενέστερες δημοσιονομικές και οικονομικές προοπτικές. Αντίθετα, η ισχυρή ανάπτυξη και η δημοσιονομική εξυγίανση μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε ένα παγκόσμιο σοκ επιτοκίων.






































