Η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την Πέμπτη κατά 25 μονάδες βάσης, φουσκώνει το λογαριασμό για την ελληνική οικονομία και έρχεται τη στιγμή που οι τιμές της ενέργειας ανεβαίνουν, ο πληθωρισμός επέστρεψε στο 3,7% και το κόστος του χρήματος είχε ήδη αρχίσει να αυξάνεται πριν καν συνεδριάσει η ΕΚΤ.
Το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι ο νέος κύκλος ανόδου των επιτοκίων έρχεται να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που προκαλείται κυρίως από την ενέργεια και όχι από υπερβολική κατανάλωση.
Η Ελλάδα μπαίνει έτσι σε μια περίοδο διπλής πίεσης με το ακριβότερο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα να αφαιρούν εισόδημα από νοικοκυριά και επιχειρήσεις και τα υψηλότερα επιτόκια να έρχονται να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα, την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Το παράδοξο είναι ότι ο μεγαλύτερος οφειλέτης της χώρας, το Ελληνικό Δημόσιο, είναι και ο καλύτερα προστατευμένος. Υπό αυτές τις συνθήκες το μεγαλύτερο μέρος του κόστους από την αύξηση των επιτοκίων θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία και κυρίως σε εκείνους που δεν διαθέτουν πρόσβαση σε φθηνή ή σταθερού επιτοκίου χρηματοδότηση.
Οι αγορές έχουν ήδη κάνει τη δική τους κίνηση, όπως δείχνει η κίνηση του Euribor. Από τις αρχές Ιουλίου μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου, το Euribor τριμήνου ανέβηκε από 2,313% σε 2,669% και το Euribor δωδεκαμήνου από 2,695% σε 3,116%. Η μεταβολή φθάνει τις 36 έως 42 μονάδες βάσης, ξεπερνώντας δηλαδή το μέγεθος της αναμενόμενης αύξησης της Πέμπτης. Αυτό είναι κρίσιμο για χιλιάδες δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Το Δημόσιο έχει αγοράσει χρόνο
Στο οικονομικό επιτελείο η νέα αύξηση των επιτοκίων δεν προκαλεί, τουλάχιστον για την ώρα, άμεσο συναγερμό για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους το 100% των δανείων είναι με σταθερό επιτόκιο, γεγονός που σημαίνει οτι το Δημόσιο έχει ουσιαστικά κλειδώσει το κόστος του μεγαλύτερου μέρους των υποχρεώσεών του για πολλά χρόνια.
Διαθέτει επίσης ταμειακά αποθέματα 31,1 δισ. ευρώ, ενώ στο πρώτο εξάμηνο είχε ήδη αντλήσει 7,55 δισ. ευρώ από τις αγορές, καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρο τον στόχο εκδόσεων των 8 δισ. ευρώ για το 2026. Ο κίνδυνος όμως μετατίθεταιστο μέλλον. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς είχε φθάσει στο 4,058%, αυξημένη κατά 26 μονάδες βάσης μέσα σε έναν μήνα. Κάθε νέο 1 δισ. ευρώ που δανείζεται το Δημόσιο με επιτόκιο υψηλότερο κατά 0,25% προσθέτει 2,5 εκατ. ευρώ ετήσιων τόκων.
Οι μικρές επιχειρήσεις στην πρώτη γραμμή
Αντίθετα με το προστατευμένο Δημόσιο, η μετάδοση στην αγορά είναι ταχύτερη. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου βρισκόταν στο 4,21%.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν 4,45%, ενώ στα δάνεια έως 250.000 ευρώ έφθανε το 5,07%. Ακόμη υψηλότερο ήταν το επιτόκιο των επαγγελματικών δανείων χωρίς συγκεκριμένη διάρκεια, στο 6,91%. Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση και όσο μεγαλύτερη η ανάγκη της για άμεση ρευστότητα τόσο ακριβότερα δανείζεται.
Για ένα επιχειρηματικό δάνειο 500.000 ευρώ, η μεταφορά ολόκληρης της αύξησης των 25 μονάδων βάσης σημαίνει επιπλέον τόκους 1.250 ευρώ τον χρόνο. Μεμονωμένα τα ποσά δεν μοιάζουν απαγορευτικά. Προστίθενται, όμως, σε έναν ήδη βαρύ λογαριασμό με το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, τις ακριβότερες μεταφορές και πρώτες ύλες, αυξήσεις μισθών και περιορισμένη δυνατότητα μετακύλισης όλων των επιβαρύνσεων στις τελικές τιμές.
Για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, που διαθέτουν πρόσβαση στις αγορές ομολόγων ή καλύτερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στις τράπεζες, η πίεση είναι πιο διαχειρίσιμη. Για τις μικρότερες, τα υψηλά επιτόκια μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στην εγκατάλειψη επενδυτικών σχεδίων. Η αύξηση πλήττει έτσι ακριβώς τις επενδύσεις από τις οποίες αναμένεται να στηριχθεί η ανάπτυξη μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η δόση ανεβαίνει, η κατάθεση περιμένει
Στα νοικοκυριά, οι περισσότερο εκτεθειμένοι είναι όσοι έχουν στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Για στεγαστικό υπόλοιπο 100.000 ευρώ και εναπομένουσα διάρκεια 20 ετών, μία αύξηση από 3,72% σε 3,97% ανεβάζει τη μηνιαία δόση από περίπου 591 σε 604 ευρώ. Στα 150.000 ευρώ, η πρόσθετη επιβάρυνση πλησιάζει τα 20 ευρώ τον μήνα.
Εάν μεταφερθούν συνολικά οι δύο αυξήσεις του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου, δηλαδή 50 μονάδες βάσης, η δόση για κάθε 100.000 ευρώ δανείου αυξάνεται περίπου κατά 26 ευρώ τον μήνα ή περισσότερα από 310 ευρώ τον χρόνο.
Η μεγαλύτερη παγίδα βρίσκεται στις πιστωτικές κάρτες, στα ανοικτά δάνεια και στις υπεραναλήψεις, όπου το μέσο επιτόκιο είναι στο 14,55%. Σε αυτά τα προϊόντα, η αύξηση των επιτοκίων συναντά νοικοκυριά τα οποία συχνά καταφεύγουν στον δανεισμό ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν επαρκές εισόδημα ή αποταμιεύσεις.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος περνά με πολύ διαφορετική ταχύτητα στις καταθέσεις. Τον Ιούλιο οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών απέδιδαν μόλις 0,03% και οι προθεσμιακές έως ένα έτος 1,24%, όταν το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,67%. Το περιθώριο μεταξύ νέων δανείων και καταθέσεων παρέμενε στις 4,28 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο πόλεμος του πληθωρισμού
Το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι ο νέος κύκλος ανόδου των επιτοκίων έρχεται να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που προκαλείται κυρίως από την ενέργεια και όχι από υπερβολική κατανάλωση. Η ίδια η ΕΚΤ εκτιμά ότι η αύξηση του πληθωρισμού το 2026 προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από το ενεργειακό σοκ εξαιτίας των προβλημάτων στην προσφορά. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τις δευτερογενείς ανατιμήσεις και να συγκρατήσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες. Δεν μπορούν να μειώσουν την τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Αντίθετα, περιορίζουν τη ζήτηση και τις επενδύσεις σε μια οικονομία που ήδη επιβραδύνεται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για την Ελλάδα το 2026 και 1,6% το 2027, όταν θα αρχίσει να υποχωρεί και η συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης.
Από την στιγμή που η αύξηση του επιτοκίου θεωρείται δεδομένη, η πραγματική είδηση της Πέμπτης,θα είναι εάν η Κριστίν Λαγκάρντ παρουσιάσει την κίνηση ως το τέλος αυτού του σύντομου κύκλου ή προετοιμάσει τις αγορές για νέα αύξηση τον Δεκέμβριο, με τους αναλυτές να «ποντάρουν» σε μια τουλάχιστον ακόμα αύξηση.





































