Στην τελική ευθεία έχει εισέλθει από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ο ανασχεδιασμός του κώδικα δεοντολογίας που διέπει την αναδιάρθρωση χρεών προς τράπεζες και funds.
Κεντρικό στόχο των αλλαγών, που αναμένεται να οριστικοποιηθούν και να ανακοινωθούν τον επόμενο μήνα, αποτελεί η επιτάχυνση της διαδικασίας των ρυθμίσεων, με την παροχή προστασίας στους δανειολήπτες έναντι αθέμιτων πρακτικών από την πλευρά των πιστωτών.
Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δεν έχει δημοσιοποιήσει τις προθέσεις του για τις τροποποιήσεις που προωθούνται.
Από την πλευρά τους πηγές από εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων χαιρετίζουν κάθε πρωτοβουλία με την οποία απλοποιούνται οι σχετικοί κανόνες, ώστε να υπάρχει ένα απολύτως σαφές πλαίσιο, στη βάση του οποίου μπορούν να κινηθούν.
Το ξεκαθάρισμα
Αναλυτικότερα, στην αγορά αναμένουν την επικαιροποίηση των διαδικασιών που θα πρέπει να τηρούν τράπεζες και servicers σε ό,τι έχει να κάνει με την οργανωμένη διαχείριση ενός δανείου, το οποίο είναι ήδη ή κινδυνεύει να βρεθεί σε καθυστέρηση.
Αυτές προβλέπουν κατά κύριο λόγο την ανταλλαγή οικονομικών στοιχείων, την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής και την υποβολή προτάσεων ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης.
Επιπλέον, περιγράφεται η περίμετρος των λύσεων που δύνανται να παρασχεθούν στους οφειλέτες, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων επιμήκυνση, περίοδο χάριτος, διαχωρισμό οφειλής και διαγραφή.
Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, «πρόκειται για τον οδικό χάρτη που θα πρέπει να τηρείται όταν μία οφειλή κοκκινίσει. Το πώς θα ρυθμιστεί ωστόσο ένα δάνειο στη συνέχεια εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χρέους και του οφειλέτη, καθώς και από την ισχύουσα νομοθεσία».
Οι ρυθμίσεις
Κατά τα άλλα, μετά την πρόσφατη μεταρρύθμιση στον εξωδικαστικό μηχανισμό, ο αριθμός των υποθέσεων που έχουν ολοκληρωθεί με την αξιοποίησή του αυξήθηκε σημαντικά.
Δύο είναι μέχρι στιγμής οι πιο σημαντικές αλλαγές που επέδρασαν σε αυτό το αποτέλεσμα:
Πρώτον, θεσπίστηκε από τις αρχές του 2024 η υποχρεωτική αποδοχή από τους πιστωτές των προτάσεων, τις οποίες παράγει ο αλγόριθμος του εργαλείου για ευάλωτα νοικοκυριά που θα εκδώσουν τη σχετική βεβαίωση.
Ακολούθησε την άνοιξη του 2025 ο διπλασιασμός των κριτηρίων ευαλωτότητας, επιτρέποντας σε περισσότερους πολίτες με ανοίγματα ως 300.000 ευρώ να εξασφαλίσουν με τον ίδιο τρόπο τη ρύθμιση των οφειλών τους.
Τα αποτελέσματα της τροποποίησης είναι ήδη εμφανή. Από την έκθεση που αφορά τον περασμένο Αύγουστο, προκύπτει πως σχεδόν 3 στις 10 ρυθμίσεις αφορούν σε δανειολήπτες που πληρούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό.
Δεύτερον, από τον Ιούλιο του 2026 έχει μειωθεί το ελάχιστο ποσό χρεών για να υποβάλει κάποιος αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ.
Η προστασία των σπιτιών
Εξάλλου, από την περασμένη εβδομάδα έχει τεθεί σε εφαρμογή μία ακόμη αλλαγή, που επιτρέπει στους δανειολήπτες να ρυθμίσουν τα χρέη τους, επιλέγοντας τη διάσωση της κατοικίας τους με ταυτόχρονη ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών τους στοιχείων.
Με τον τρόπο αυτό δύναται να επιτευχθεί σημαντικό κούρεμα επί της οφειλής, μιας και ο καθορισμός της ρύθμισης γίνεται στη βάση της αξίας του σπιτιού που παραμένει στην κατοχή τους.
Ακολούθως, εφόσον τηρείται η ρύθμιση, διατηρείται η προστασία της κύριας κατοικίας και ισχύουν οι όροι της συμφωνηθείσας αναδιάρθρωσης.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει δώσει στη δημοσιότητα ένα παράδειγμα για να περιγράψει το σχετικό μηχανισμό: Χρέος 300.000 ευρώ, κύρια κατοικία 150.000 ευρώ, άλλα ακίνητα 50.000 ευρώ.
Εν προκειμένω ρευστοποιούνται τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία αξίας 50.000 ευρώ και γίνεται ρύθμιση για τα 150.000 ευρώ, που αφορούν στην αξία της κατοικίας.
Η συγκεκριμένη αλλαγή αποφασίστηκε διότι, σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ, υπήρχαν δανειολήπτες που ήθελαν να ρυθμίσουν με τον τρόπο αυτό τα χρέη τους, αλλά τεχνικά δεν ήταν δυνατό.
Από τους servicers πάντως σημειώνουν ότι ακόμη και κατά την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας, δεν είναι δυνατή η χειροτέρευση της θέσης των πιστωτών.
Δηλαδή, ο μηχανισμός δεν παράγει λύσεις που συνεπάγονται μικρότερη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους σε σχέση με εκείνη που εκτιμάται πως θα προέκυπτε από την αναγκαστική εκτέλεση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη.




































