Τελικά τι ζητάει η Τουρκία για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, το γνωστό σε όλους GSI, άδεια ή ενημέρωση;
Σύμφωνα με τις απαντήσεις του Υπουργού Εξωτερικών της γειτονος, Χακάν Φιντάν και εφόσον δεν υπάρξει αναδιατύπωση που θα συνάδει με τις επιδιώξεις της στιγμής, η Άγκυρα θέλει ενημέρωση, δεν αντιτίθεται σε τέτοια έργα και εν τέλει δεν έχει την απαίτηση να αδειοδοτήσει το έργο.
Βάσει των δηλώσεων που έχουν γίνει μέχρι στιγμής πάντα. Η ενημέρωση πάντως σύμφωνα με τον τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, ζητείται να είναι γραπτή και όχι προφορική και να περιλαμβάνει τις συντεταγμένες, αφού ένα χαρτί έχει άλλη βαρύτητα και στο δημόσιο λόγο, όταν τα ΜΜΕ ζητούν αίμα στην αρρένα.
Φιντάν: Εμείς δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις για το καλώδιο αλλά θέλουμε ενημέρωση
Απαντώντας για το καλώδιο στα «ΝΕΑ», στο πλαίσιο της ομιλίας του την Τρίτη στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής (EPC) ο Φιντάν ανέφερε χαρακτηριστικά πως:
«Εμείς δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις. Συζητήσαμε γι’ αυτό με τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και τον πρόεδρο κ. Μακρόν.
Ο πρόεδρός μου έθεσε το θέμα στη Νέα Υόρκη, κατά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη. Χαρακτήρισε το έργο αξιόλογο, λέγοντας ότι θα προτιμούσα να αγοράζετε ηλεκτρική ενέργεια από εμάς αντί να τη μεταφέρετε από απόσταση 2.000 χιλιομέτρων, δαπανώντας πάνω από 2 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια, μπορώ να παρέχω από απόσταση μόλις 70 μιλίων από την ηπειρωτική Τουρκία νερό, ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο, από τα οποία θα μπορούν να επωφεληθούν όλοι: Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και ολόκληρος ο πληθυσμός. Δεν έχουμε ακόμη θίξει το ζήτημα των αμφισβητούμενων υδάτων στο Αιγαίο. Αυτό που ζητάμε είναι, όταν ένα πλοίο διεξάγει έρευνες στη θάλασσα, να μας αποστέλλει μια γραπτή ειδοποίηση, όχι απλώς προφορική, στην οποία να αναφέρει:
“Πρόκειται να προβούμε σε συγκεκριμένες ενέργειες στη συγκεκριμένη περιοχή, ορίστε οι συντεταγμένες”. Αυτό είναι το μόνο που ζητάμε. Τίποτα περισσότερο. Δεν θέλουμε να διαταραχθεί το status quo, ούτε να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο με εντελώς λανθασμένο τρόπο, το οποίο θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα και για τις δύο πλευρές. Ας μην επιχειρήσουμε να διαμορφώσουμε ένα νέο status quo. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις. Είμαστε θετικοί».
Θα μπορούσε να υπάρξει ενημέρωση λέει ο Γεραπετρίτης
Απαντώντας στις δηλώσεις Φιντάν, ο Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, σε συνέντευξη του στο ραδιόφωνο του MegaNews την Τρίτη, ήταν επίσης κατηγορηματικός και ξεκάθαρος, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από την οποία θα ζητηθεί άδεια και έχει ήδη ζητηθεί άδεια για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Κατά τούτο, εφόσον υπάρξει η αδειοδότηση εκ μέρους της Ελλάδος, η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με την σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία».
Τι συνιστά «ενημέρωση»;
Αξίζει να σημειωθεί ότι αναλυτές και καθηγητές διεθνούς δικαίου, μιλώντας στο in υπογράμμιζαν ότι η Ελλάδα δεν έχει υποχρέωση να ενημερώσει, ωστόσο στο πλαίσιο της διπλωματικής ευγένειας και της καλής πίστης θα ενημερωθούν άπαντες, αναφέροντας πέρα από την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Συρία, αλλά και την Αίγυπτο.
Μία ανακοίνωση της χώρας που αδειοδοτεί το έργο όπως έλεγαν, γενικά χωρίς απεύθυνση, πέραν της Navtex, η οποία θα γνωστοποιεί τις έρευνες και τις συντεταγμένες.
Σύμφωνα με την άποψη μίας μερίδας καθηγητών ωστόσο η ενημέρωση πρέπει να εξαντλείται στη Navtex που θα εκδώσει η Ελλάδα για τις έρευνες, μετά την σχετική αδειοδότηση της εταιρείας που είναι η ανάδοχος του έργου.
Οι ίδιες πηγές θεωρούν όμως ότι η Τουρκία δεν ζητάει αυτό, αλλά μία επιστολή που, ακόμα και αν δεν το λέει το εννοεί, θα φέρει τη σφραγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών και θα παρέχει τη σχετική ενημέρωση.
Με διπλωμάτες και αναλυτές να συμφωνούν πως δεν υπάρχει τύπος, αλλά «διπλωματική ασάφεια», που μπορεί να ερμηνευθεί αναλόγως…
Θα μπορούσε να ενημερώσει η εταιρεία την Τουρκία;
Σύμφωνα με κάποιους διπλωμάτες, θα μπορούσε, στο πλαίσιο μίας κοινά αποδεκτής συνεννόησης, ωστόσο σε αυτό διαφωνούν καθηγητές διεθνούς δικαίου, που τονίζουν ότι τυπικά η εταιρεία εφόσον προχωρήσει σε μία τέτοια κίνηση θα πρέπει να δεχθεί επίπληξη από την Ελλάδα, καθώς δεν οφείλει αυτή να ενημερώσει κανένα και άδεια ζητά μόνο από την Αθήνα.
Την ίδια στιγμή διπλωμάτες τονίζουν πως πέραν της Navtex οποιαδήποτε άλλη συνεννόηση με την Άγκυρα, ακόμα και ενημέρωση, δύο χρόνια μετά τις πρώτες έρευνες και το πάγωμα τους συνιστά αδειοδότηση, καθώς όπως λένε υπήρξε στο μεσοδιάστημα «απειλή και εκβιασμός» από την τουρκική πλευρά που μετατρέπει την ενημέρωση στο πλαίσιο της καλής πίστης σε ένα έγγραφο που θα μπορούσε να θεωρηθεί αδειοδότηση.
Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει προηγούμενο, οπότε οι χειρισμοί οι οποίοι θα το δημιουργήσουν, πρέπει να μετρηθούν και να υπολογιστούν πολύ καλά από την Αθήνα.
Με καθηγητές διεθνούς δικαίου να επιμένουν στο in πως ο βυθός της υφαλοκρηπίδας ανήκει στο καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας και ως εκ τούτου για τέτοιου είδους εργασίες δεν απαιτείται αδειοδότηση. Απαιτείται Navtex, κοινώς ενημέρωση προς ναυτιλομένους προς αποφυγή ατυχήματος και μόνο.
Τα σενάρια αντίδρασης της Τουρκίας
Στο τραπέζι πάντως οι διπλωμάτες βάζουν και τα σενάρια αντίδρασης της Τουρκίας.
Εάν όπως λένε στην όποια ενημέρωση, η Άγκυρα δεν απαντήσει, ή απαντήσει απλά ότι έλαβε την ενημέρωση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι όλα καλά. Εάν ωστόσο η απάντηση φέρει τον όρο αδειοδότηση, τότε θα υπάρξει θέμα.
Αξίζει να σημειωθεί πως κατ΄επανάληψη το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει δηλώσει πως η Τουρκία θα πρέπει να αδειοδοτήσει το έργο, ενώ την ίδια στιγμή η παρενόχληση του πλοίου το 2024 στην Κάσο, δείχνει πως η Άγκυρα μπορεί να δηλώνει πως δεν θα προχωρήσει σε οποιαδήποτε παρενόχληση στο πεδίο, αλλά να πράττει διαφορετικά.
Ο Γεραπετρίτης απάντησε και στα σενάρια περί γαλλοτουρκικών επαφών για το καλώδιο, τα οποία διέψευσε κατηγορηματικά επιμένοντας πως «πρόκειται για κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας. Θα ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Ήδη, όπως γνωρίζετε, εκκρεμεί στο Υπουργείο Εξωτερικών και θα περάσει από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή το αίτημα για την άδεια εκτέλεσης εργασιών. Η Ελλάδα θα κάνει τα δέοντα με βάση το γεγονός ότι είναι η ίδια η οποία ασκεί θαλάσσια δικαιοδοσία στην περιοχή».
Ενώ την ίδια στιγμή εξέφρασε και την εκτίμηση πως δεν υπάρχει διάθεση για αντίδραση της Τουρκίας στο πεδίο και δεν πρέπει όπως είπε να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση, σημειώνοντας πάντως πως η Ελλάδα είναι έτοιμη για όλα τα σενάρια.
Η κατά Φιντάν ασπιρίνη των ελληνοτουρκικών
Ο Φιντάν αναφέρθηκε στο πλαίσιο των απαντήσεων του στα «ΝΕΑ» και στο ότι οι δύο χώρες το 2023 «έλαβαν την απόφαση να επιλύσουν τα υφιστάμενα ζητήματα, να αποφύγουν τη δημιουργία εντάσεων και να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Μέχρι στιγμής η συνεργασία μας είναι αρκετά καλή. Τουλάχιστον, δεν έχουμε πλέον αερομαχίες. Το Αιγαίο έχει καταστεί ένα πιο ήρεμο μέρος τα τελευταία τρία χρόνια. Ωστόσο, στην ελληνική εσωτερική πολιτική σκηνή απαιτείται μια δόση ρητορικής κατά της Τουρκίας. Είναι σαν ασπιρίνη. Χωρίς την Τουρκία, η ελληνική εσωτερική πολιτική δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Αυτή η πραγματικότητα είναι σημαντική, καθώς εμποδίζει τη λήψη τολμηρών αποφάσεων για την επίλυση των προβλημάτων.
Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει επανειλημμένα επιδιώξει να συνεργαστεί με κάθε εκλεγμένο έλληνα πρωθυπουργό για το ίδιο ζήτημα. Είναι έτοιμος να επιστρατεύσει την απαραίτητη πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των επίμαχων θεμάτων.
Τα ζητήματα που αφορούν τα ύδατα και το Αιγαίο απαιτούν ισχυρή πολιτική ηγεσία και από τις δύο πλευρές, ώστε να υπάρξει σύγκλιση και οριστική διευθέτηση. Κάθε φορά που συναντιόμαστε με τις ελληνικές κυβερνήσεις, διαπιστώνουμε ότι γνωρίζουν πώς να προσεγγίσουν το ζήτημα, αλλά αδυνατούν να επωμιστούν το πολιτικό κόστος».
Η απάντηση Γεραπετρίτη
Απαντώντας ο Γεραπετρίτης δήλωσε πως ο Φιντάν «το πρώτο που θα πρέπει να κάνει είναι να κάνει κριτική στην τουρκική πολιτική, διότι η Ελλάδα είναι εκείνη η οποία επιδιώκει πάντοτε την επίλυση των διαφορών βάσει Διεθνούς Δικαίου. Η Ελλάδα είναι εκείνη, η οποία έχει υπογράψει και κυρώσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, την UNCLOS, και όχι η Τουρκία. Και η Ελλάδα είναι εκείνη, η οποία επιδιώκει και την παραπομπή σε διεθνή δικαιοδοσία. Η Τουρκία είναι εκείνη που δεν έχει υπογράψει και δεν δέχεται την υπαγωγή στη διεθνή δικαιοδοσία. Και να πω και κάτι, μια και αναφέρθηκε και ο κύριος Fidan στο ζήτημα της ασπιρίνης. Εγώ αλλιώς τα βλέπω τα πράγματα. Εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι το τελευταίο διάστημα, τα τελευταία ένα-δύο χρόνια, είναι τα τουρκικά μέσα τα οποία ασκούν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση.
Βλέπω γενικώς μια αναβάθμιση του πολύ εχθρικού λόγου στην Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα από τα τουρκικά μέσα. Βλέπω διαρκώς δημοσιεύματα τα οποία πιέζουν την τουρκική κυβέρνηση να γίνει ακόμα πιο επιθετική. Άρα νομίζω ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει σήμερα. Μπορεί ίσως στο παρελθόν πράγματι να υπήρχε αυτός ο τουρκοκεντρισμός, αυτός ο ετεροκαθορισμός στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Σήμερα όμως ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η Ελλάδα πορεύεται με πυξίδα, η οποία είναι αυτόνομη, αυτοτελής, αυτάρκης. Έχει τέτοιου τύπου ερείσματα και συμμαχίες που δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή να καθορίζεται από την πολιτική της Τουρκίας. Αντιθέτως, βλέπω όλο και περισσότερο η ελληνική εξωτερική πολιτική, η ελληνική πολιτική γενικώς, να αποτελεί αντικείμενο των τουρκικών μέσων που ασκούν ανάλογες πιέσεις. Άρα, καλό είναι να ελεγχθεί και εκ των έσω το θέμα της ασπιρίνης».
Για να υποστηρίξει πως η Ελλάδα πάντα έκανε την προσπάθεια «ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μια λειτουργική σχέση και εν πολλοίς το καταφέραμε. Δηλαδή καταφέραμε να μην έχουμε μείζονες κρίσεις την τελευταία τριετία. Καταφέραμε να μειώσουμε, σχεδόν να μηδενίσουμε, το τεράστιο μεταναστευτικό πρόβλημα το οποίο υπήρχε στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Καταφέραμε να μειώσουμε σημαντικά τις παραβιάσεις, να υπάρχει μια σχέση, η οποία εν πάση περιπτώσει να είναι ανεκτή και να δημιουργεί κανάλια επικοινωνίας, να προλαμβάνει τις κρίσεις».
Και να καταλήξει στο ότι «αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι θα πρέπει να υποχωρήσουμε και στα θεμελιώδη. Τα εθνικά μας συμφέροντα είναι οι απόλυτες γραμμές υποστήριξης. Δεν είναι κάτι από το οποίο μπορούμε να αποστούμε και αυτό το καταλαβαίνουν όλοι».
Το casus belli
Ο Φιντάν επέμεινε και στην τουρκική θέση για το «casus belli», σημειώνοντας πως η απειλή πολέμου είναι «η ελληνική εκδοχή. Εμείς, ωστόσο, δεν το έχουμε χαρακτηρίσει ως “casus belli”. Πρόκειται για μια δήλωση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995, δεν πρόκειται για νόμο, η οποία επισημαίνει ότι εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια χωρίς προηγούμενη επίλυση του ζητήματος με την Τουρκία, τότε η τουρκική κυβέρνηση οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για να το αποτρέψει».
Σύμφωνα πάντα με τον τούρκο ΥΠΕΞ και την πάγια τουρκική θέση «η δήλωση εκδόθηκε όταν η Ελλάδα αποδέχθηκε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), υποδηλώνοντας ότι, βάσει της εν λόγω διεθνούς σύμβασης, ενδέχεται να έχει αυτό το δικαίωμα. Αυτή η προληπτική δήλωση συνέβαλε στη διατήρηση της ειρήνης μέχρι σήμερα. Δεν συνιστά απειλή πολέμου».
Όπως δήλωσε ο Φιντάν «μέχρι τώρα διατηρούμε το status quo, αναμένοντας να επιλύσουμε τα προβλήματά μας πολιτισμένα. Το ζήτημα είναι επιλύσιμο. Μόνο ο πρόεδρος Ερντογάν διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική νομιμοποίηση ώστε να επιστρατεύσει την πολιτική βούληση που χρειάζεται για την επίλυση του προβλήματος. Συμβουλεύω τους έλληνες φίλους μου: όσο εκείνος βρίσκεται ακόμα εκεί, εκμεταλλευτείτε τη στιγμή και συνεργαστείτε μαζί του».
Η Γαλάζια Πατρίδα
Κλείνοντας ο Φιντάν υποστήριξε πως «δεν υπάρχει νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα. Το ζήτημα του θαλάσσιου πάρκου δεν έχει τεθεί ακόμη προς συζήτηση». Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί πως το νομοσχέδιο που έχει γίνει γνωστό στην Ελλάδα ως «νομοσχέδιο της Γαλάζιας Πατρίδας», στην Τουρκία αναφέρεται ως ένας νόμος «που αποσκοπεί στην ενσωμάτωση βασικών όρων και αρχών του διεθνούς δικαίου της θάλασσας στην εθνική νομοθεσία της Τουρκίας».
Το αν θα προχωρήσει τελικά ή αν έχει αποσυρθεί μέχρι την επόμενη κρίση μένει να φανεί.
Πηγή: in.gr








































