Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που έρχονται στο φως από ερευνητές του Climatebook, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (EAA/meteo.gr) και του Ινστιτούτου Pierre-Simon Laplace (IPSL) του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας καθώς δείχνουν ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής ενισχύθηκε η κακοκαιρία που έπληξε την Ελλάδα και την Αλβανία μεταξύ 18 και 21 Νοεμβρίου 2025, καθιστώντας τα ακραία φαινόμενα εντονότερα και πιο καταστροφικά.
Η μελέτη, η οποία συγκρίνει παρόμοια καιρικά γεγονότα από το 1950 έως σήμερα, καταλήγει ότι η φυσική μεταβλητότητα δεν αρκεί για να εξηγήσει την αύξηση της έντασης των φαινομένων.
Όπως αναφέρεται, η ατμοσφαιρική διαταραχή που σχηματίστηκε στις 18 Νοεμβρίου πάνω από την Ιταλία δημιούργησε παρατεταμένη ροή από την Κεντρική Μεσόγειο με ασταθείς αέριες μάζες και επίμονες ζώνες σύγκλισης, οδηγώντας σε καταρρακτώδεις βροχές και καταιγίδες, ξαφνικές πλημμύρες, κατολισθήσεις και θυελλώδεις ανέμους στη Δυτική Ελλάδα και την Αλβανία.
Το σύστημα προκάλεσε έναν θάνατο στην Αλβανία, εκατοντάδες εκκενώσεις και εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές.
Αποκαλυπτικά στοιχεία
Σύμφωνα με το ClimaMeter, σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, παρόμοιες κακοκαιρίες σήμερα εμφανίζουν:
- έως 10% περισσότερη βροχόπτωση
- έως 10% ισχυρότερους ανέμους
Τα στοιχεία – όπως τονίζουν οι ερευνητές – δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή –και όχι μόνο η φυσική μεταβλητότητα– είναι βασικός παράγοντας πίσω από τη μεγαλύτερη ένταση των φαινομένων.
Η θέρμανση της θάλασσας παρέχει επιπλέον ενέργεια, ενισχύοντας τη ραγδαιότητα των βροχοπτώσεων και των ανέμων, ενώ οι σύγχρονες ατμοσφαιρικές συνθήκες (1987–2023) είναι σαφώς πιο υγρές σε σχέση με τις δεκαετίες 1950–1986. Αυτό συνάδει με τα συμπεράσματα της IPCC για την ενίσχυση των μεσογειακών κυκλώνων λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Πέρα από τους κλιματικούς παράγοντες, η μελέτη επισημαίνει ότι η αστική επέκταση, η έκθεση παράκτιων υποδομών και η ανεπαρκής προετοιμασία για ακραία φαινόμενα έχουν ενισχύσει τις συνέπειες της κακοκαιρίας.
Καμπανάκι ειδικών για την κλιματική αλλαγή
Οι ειδικοί που συμμετέχουν στη μελέτη τονίζουν ότι:
- παρότι η κλιματική αλλαγή δεν «δημιουργεί» τα φαινόμενα, ενισχύει τις επιπτώσεις τους,
- ακόμη και μικρές αυξήσεις στην ένταση της βροχής ή του ανέμου μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές καταστροφές,
- απαιτούνται καλύτερα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, ανθεκτικές υποδομές και αποτελεσματικός σχεδιασμός για την προσαρμογή σε πιο ισχυρές μελλοντικές καταιγίδες.
Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Σταύρου Ντάφη: «Η ανάλυσή μας δείχνει ότι υφέσεις όπως αυτή που οδήγησε στα καταστροφικά φαινόμενα στην Ήπειρο εκδηλώνονται πλέον σε ένα θερμότερο και πιο υγρό κλίμα σε σχέση με το παρελθόν. Αν και η κλιματική αλλαγή δεν δημιούργησε τις καταιγίδες, ενίσχυσε ξεκάθαρα τις επιπτώσεις τους. Τα δεδομένα δείχνουν ότι παρόμοια καιρικά μοτίβα σήμερα είναι πιο πιθανό να φέρουν εντονότερες βροχοπτώσεις και ισχυρότερους ανέμους, αυξάνοντας τον κίνδυνο καταστροφικών πλημμυρών όπως αυτές που είδαμε στη Δυτική Ελλάδα».
Από την πλευρά του ο Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος ανέφερε ότι «γεγονότα όπως οι πρόσφατες πλημμύρες αναδεικνύουν πόσο ευάλωτη είναι η Ελλάδα και τα Δυτικά Βαλκάνια σε ταχέως εντεινόμενες μεσογειακές καταιγίδες.
Ακόμη και σχετικά μικρές αυξήσεις στη βροχόπτωση ή τον άνεμο, της τάξης του 10%, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές επιπτώσεις όταν συνδυάζονται με κορεσμένα εδάφη, απότομο ανάγλυφο και επεκτεινόμενες αστικές περιοχές. Η κατανόηση αυτών των τάσεων είναι κρίσιμη για τη βελτίωση των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και της προετοιμασίας για φυσικές καταστροφές».
Τέλος, ο κύριος επιστημονικός υπεύθυνος του Climameter, Davide Faranda δήλωσε:
«Αυτή η μεσογειακή διαταραχή δείχνει πως η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή ήδη ενισχύει ακραία καιρικά φαινόμενα στην περιοχή των Βαλκανίων. Για να περιοριστεί η αύξηση των καταστροφικών γεγονότων, η μείωση των εκπομπών παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση. Ταυτόχρονα, η προσαρμογή των κοινοτήτων μας με καλύτερο αστικό σχεδιασμό, ανθεκτικές υποδομές και βελτιωμένα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης είναι ζωτικής σημασίας ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις από ισχυρότερες καταιγίδες και εντονότερες βροχοπτώσεις στο μέλλον».
Η έρευνα αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού προγράμματος ClimaMeter και στηρίζεται σε δεδομένα επανάλυσης ERA5 της υπηρεσίας Copernicus.