Με την κλιματική αλλαγή να λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής απειλών» οι δείκτες της παγκόσμιας επισιτιστικής πίεσης αποτελούν το «θερμόμετρο» με το οποία οι διεθνείς οργανισμοί παρακολουθούν την επάρκεια, την προσβασιμότητα και τις τιμές των τροφίμων παγκοσμίως.
Η επισιτιστική ανασφάλεια είναι μια σύνθετη κατάσταση που εμφανίζεται όταν ένα άτομο ή μια κοινότητα στερείται την τακτική πρόσβαση σε αρκετή, ασφαλή και θρεπτική τροφή για μια υγιή και δραστήρια ζωή
Με βάση τα δεδομένα η κατάσταση παρουσιάζει μια εικόνα εύθραυστης σταθερότητας: ενώ οι διεθνείς τιμές υποχωρούν ελαφρώς, η πίεση παραμένει σε επίπεδα ρεκόρ λόγω συγκρούσεων και κλιματικής αλλαγής ενώ τα σενάρια που κυκλοφορούν μέχρι το τέλος του αιώνα δεν είναι πάντα ευοίωνα.
Το «κλειδί» για την κλιματική αλλαγή
Δεδομένου πως εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από επισιτιστική ανασφάλεια απαιτούνται έγκαιρες προληπτικές ενέργειες οι οποίες εξαρτώνται και από την ικανότητα της πρόβλεψης.
Τα περισσότερα υπάρχοντα μοντέλα απαιτούν εκτεταμένα δεδομένα που δυσχεραίνουν την εφαρμοσιμότητά τους στο χρόνο και στο χώρο.
Η μελέτη που εκπονήθηκε από διεθνή ομάδα ερευνητών και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports με τίτλο «Climate and socioeconomic pathways shape future exposure to food crises», αναδεικνύει ότι ακόμη και βασικές κλιματικές μεταβολές, όπως η μείωση των βροχοπτώσεων και η άνοδος της θερμοκρασίας, μπορούν να προβλέψουν την εμφάνιση επισιτιστικών κρίσεων.

Το καταστροφικό σενάριο
Το μοντέλο αυτό προειδοποιεί ότι αν δεν αλλάξουν οι πολιτικές βιωσιμότητας, η έκθεση σε επισιτιστικές κρίσεις λόγω κλίματος θα μπορούσε να τριπλασιαστεί μέχρι το τέλος του αιώνα, επηρεάζοντας πάνω από 1 δισεκατομμύριο ανθρώπους, κυρίως στην Αφρική και την Ασία. Από αυτούς, περισσότερα από 600 εκατομμύρια θα είναι κάτω των πέντε ετών και περισσότερα από 230 εκατομμύρια θα αντιμετωπίσουν μια κρίση κατά το πρώτο έτος της ζωής τους.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, πάνω από 1,1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ενδέχεται να εκτεθούν τουλάχιστον μία φορά σε σοβαρή επισιτιστική κρίση ενώ σε βιώσιμα σενάρια η ετήσια έκθεση μπορεί να μειωθεί περισσότερο από 50% και η σωρευτική έως και κατά 69%, αποτρέποντας την έκθεση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ορισμένες από τις άμεσες συνδέσεις μεταξύ του κλίματος και της επισιτιστικής ασφάλειας είναι προφανείς. Για παράδειγμα, οι ξηρασίες μπορούν να επηρεάσουν τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των τροφίμων. Πιο ασαφείς είναι οι έμμεσες συνδέσεις, όπου το κλίμα επηρεάζει τις επιπτώσεις άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την επισιτιστική ασφάλεια, για παράδειγμα προωθώντας συγκρούσεις, την πολιτική αστάθεια και τη μετανάστευση.
Τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι δυσμενείς συνθήκες μπορούν να αυξήσουν τη θνησιμότητα των ανθρώπων, να διαταράξουν τις μεταφορές και να τροφοδοτήσουν την εξάπλωση ασθενειών και επιδημιών.
Τι συμβαίνει στην Ευρώπη
Η Ευρώπη, που παραδοσιακά θεωρούνταν το «οχυρό» της επισιτιστικής ασφάλειας, βρίσκεται το 2026 αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες πιέσεις. Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει πλέον μόνο την παραγωγή μακρινών χωρών, αλλά χτυπά την πόρτα της Μεσογείου και της Γηραιάς Ηπείρου, αλλάζοντας τον χάρτη της αγροτικής παραγωγής.
Η νότια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θεωρείται από τις πιο ευάλωτες περιοχές στην κλιματική μεταβολή, με αυξανόμενη συχνότητα ξηρασιών, πίεση στους υδάτινους πόρους και επιπτώσεις σε βασικές καλλιέργειες. Βιώνει τη λεγόμενη «ερημοποίηση». Σε συνδυασμό με την άνοδο τιμών και τη γεωπολιτική αστάθεια, οι παγκόσμιες επισιτιστικές κρίσεις μετατρέπονται σταδιακά από ανθρωπιστικό ζήτημα σε ζήτημα οικονομικής και στρατηγικής ασφάλειας της ηπείρου.

Η ελληνική πραγματικότητα
Η Ελλάδα βρίσκεται στο «σημείο μηδέν» της κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο. Η επισιτιστική πίεση εδώ δεν εκφράζεται ως έλλειψη τροφίμων στα ράφια, αλλά ως κρίση κόστους και παραγωγής. Η επισιτιστική πίεση στην Ελλάδα δημιουργεί ένα χάσμα: από τη μία, η παραγωγή ποιοτικών προϊόντων για εξαγωγή και από την άλλη, η δυσκολία του μέσου νοικοκυριού να καλύψει τις ανάγκες του σε φρέσκα προϊόντα.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δυσκολεύεται να καταναλώσει κρέας, ψάρι ή πρωτεΐνη ισοδύναμης αξίας κάθε δεύτερη μέρα.
Πηγή: in.gr






































