Αν και ο μέσος καθαρός πλούτος των νοικοκυριών στην Ελλάδα, δηλαδή το σύνολο του χρηματοοικονομικού πλούτου που περιλαμβάνει ρευστά διαθέσιμα και κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχές, αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια κ.ά.) και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου που αφορά κύρια ακίνητα και άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία, μετά την αφαίρεση των δανειακών υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της ΕΚΤ, έχει αυξηθεί κατά 23% στα 117.936 ευρώ από τα χαμηλά της περιόδου της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία (€95.979), παραμένει ωστόσο ακόμη 19,2% χαμηλότερα από το γ΄ τρίμηνο του 2009 (€145.972), πριν δηλαδή αρχίσει να ξεδιπλώνεται η περιπέτεια της ελληνικής χρεοκοπίας.
Κατά την «Ελληνική Μεγάλη Υφεση» οι Ελληνες έχασαν πάνω από το 1/3 της περιουσίας τους
Terra incognita
Μπορεί πλέον ο συνολικός καθαρός πλούτος των νοικοκυριών στην Ελλάδα να κυμαίνεται στην περιοχή του 1 τρισ. ευρώ, απόρροια κυρίως του ράλι των ελληνικών μετοχών και της αποκλιμάκωσης των αποδόσεων των ομολόγων λόγω και της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας που συνέτειναν στην άνοδο του χρηματοοικονομικού πλούτου, αλλά και της εκτίναξης κύρια των τιμών των ακινήτων που αύξησαν τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, εν τούτοις παραμένει ακόμη χαμηλότερα από το υψηλό των άνω των 1,5 τρισ. ευρώ πριν από τη χρεοκοπία.
Κατά την «Ελληνική Μεγάλη Υφεση» εξάλλου, με τις ελληνικές μετοχές, τα ομόλογα, τα ακίνητα και γενικά τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία να καταρρέουν, ο μέσος καθαρός πλούτος των νοικοκυριών από το γ΄ τρίμηνο του 2019 (€145.972), ως το χαμηλό της περιόδου των μνημονίων το 3ο τρίμηνο 2016 (€95.909) σημείωσε απώλειες 35% περίπου, δηλαδή οι Ελληνες έχασαν πάνω από το 1/3 της περιουσίας τους.
Αυτό που ίσως δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως η κρίση που βίωσε η Ελλάδα κατά την πρόσφατη χρεοκοπία που χαρακτηρίστηκε από την ΤτΕ, περισσότερο ή λιγότερο ως terra incognita (άγνωστη γη), μπορεί να συγκριθεί εν καιρώ ειρήνης μόνο με τη «Μεγάλη Υφεση» των ΗΠΑ, μόνο που η ανάκαμψη στην εποχή της «Great Depression» ήταν ταχύτερη, καθώς 7 χρόνια μετά το 1929, το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ επέστρεψε στα πριν από το κραχ επίπεδα, ενώ στην Ελλάδα, 19 χρόνια μετά τη χρεοκοπία, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει ακόμη και σήμερα 13,8% χαμηλότερα, σε σύγκριση με την κορυφή του β’ τριμήνου του 2007.
Οι επενδύσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Τα παραπάνω δεικνύουν και το γεγονός πως παρά την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας με σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ κατά 15% περίπου από το δεύτερο εξάμηνο του 2018 ως σήμερα, έναντι 9,5% της ζώνης του ευρώ αντίστοιχα, εν τούτοις, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας μας παραμένει ακόμη 25% χαμηλότερα από το υψηλό του 2009 και 32% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, ενώ η παραγωγικότητα, δηλαδή η δυνατότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους, παραμένει να κυμαίνεται στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ-27.
Από την άλλη πλευρά, οι επενδύσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών, με τις ξένες άμεσες επενδύσεις να φθάνουν τα 11,9 δισ. ευρώ πέρυσι, η χώρα βγήκε έπειτα από μία δεκαπενταετία από το καθεστώς των μακροοικονομικών ανισορροπιών, αλλά η πραγματική σύγκλιση παραμένει μακριά, ενώ και η διατήρηση του σημερινού ανοδικού κύκλου δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, καθώς πολλά θα κριθούν από την ικανότητα ουσιαστικής ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης.
Δυσαναλογία
Κατά τη διάρκεια της κρίσης εξάλλου η συρρίκνωση των εισοδημάτων δεν κατανεμήθηκε ισόρροπα, ενώ η μεταγενέστερη περίοδος ανάκαμψης επιβεβαιώνει ότι τα κέρδη της ανάπτυξης ωφελούν δυσανάλογα τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, με τη θέση των πιο φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού να παραμένει εύθραυστη ακόμη και σε συνθήκες γενικότερης οικονομικής επέκτασης. Οπως εξάλλου παρατηρούσε μελέτη της γαλλικής τράπεζας La Banque Postale, γενικά οι ανισότητες εντείνονται λόγω του φαινομένου της «χιονοστιβάδας»: οι πλούσιοι απολαμβάνουν αποδόσεις από τον ήδη υπάρχοντα πλούτο τους (το «απόθεμα»), ενώ έχουν επίσης πιο διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια, οπότε τα περιουσιακά στοιχεία τους αποδίδουν καλύτερα. Οι εύποροι όχι μόνο έχουν περισσότερο κεφάλαιο για να επενδύσουν, αλλά και πρόσβαση σε πιο αποδοτικά προϊόντα και χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η διεύρυνση των ανισοτήτων επιτείνεται και από το γεγονός ότι τα στρώματα με χαμηλότερη περιουσία δεν διαθέτουν περιθώριο να «ελιχθούν» στην αγορά, καθώς σε περιόδους κρίσης ή πτώσης των αποδόσεων, είναι πιο ευάλωτα και αναγκάζονται να αποσύρουν κεφάλαια για να αντιμετωπίσουν ανάγκες ρευστότητας.
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση, αναφέρει μελέτη του ΙΟΒΕ
Η μελέτη του ΙΟΒΕ
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση, αναφέρει μελέτη του ΙΟΒΕ.
Από τη μία πλευρά, οι βασικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει πιο αρνητική. Μπορεί ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, να μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025, περίπου το 68% των νοικοκυριών όμως δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
Σχεδόν το 35% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι αισθάνεται υποκειμενικά φτωχό, ενώ το 81% θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες.
Η μελέτη εξετάζει έξι διαφορετικές διαστάσεις της ανισότητας – το εισόδημα, την εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα και τη στέγαση – καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνει ένας μόνο δείκτης. Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει διαχρονικά τα μεγαλύτερα επίπεδα ανισότητας, σε σχέση με το εισόδημα από μισθωτή εργασία και τις συντάξεις. Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζουν τους υψηλότερους δείκτες κινδύνου φτώχειας, ενώ το εισοδηματικό χάσμα ανά φύλο παραμένει επίμονο ανεξάρτητα από τις μακροοικονομικές συνθήκες.
Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
Οι αδυναμίες
Η Αττική είναι η περιφέρεια με το υψηλότερο μέσο εισόδημα νοικοκυριού, αλλά καταγράφει και έναν από τους υψηλότερους δείκτες ανισότητας. Η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικές αδυναμίες: Η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα της περιόδου της κρίσης, ενώ η άτυπη οικονομία έχει συρρικνωθεί.
Η μακροχρόνια και η διαρθρωτική ανεργία, η χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης παραμένουν πηγές διαφόρων μορφών ανισότητας.
Η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες συνεχίζει να περιορίζει την ισότητα: Στην εκπαίδευση, η ευρύτερη πρόσβαση συνυπάρχει με την ιδιωτική «παράλληλη εκπαίδευση» και την περιορισμένη κινητικότητα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα προς τομείς υψηλής ζήτησης.
Ακόμη και καθώς η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη ανέκαμψε μετά την κρίση, τα υψηλά έξοδα συνεχίζουν να βαρύνουν δυσανάλογα τα φτωχότερα νοικοκυριά.
Στη μακροχρόνια φροντίδα, η περιορισμένη δημόσια κάλυψη μεταφέρει το βάρος στα νοικοκυριά και, δυσανάλογα, στις γυναίκες ως άτυπες φροντίστριες.
Στον τομέα της στέγασης, η αύξηση των ενοικίων δημιουργεί πιέσεις που δεν αποτυπώνονται στους τυπικούς δείκτες εισοδήματος, ειδικά για τα νοικοκυριά που μεταβαίνουν από την ιδιοκτησία στην ενοικίαση. Το βάρος του κόστους στέγασης συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ, ιδίως για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


































