Δεκαπέντε χρόνια μετά τη μεγαλύτερη οικονομική κατάρρευση της μεταπολεμικής ιστορίας της, η Ελλάδα δείχνει να πλησιάζει ξανά σε μια επικίνδυνη ζώνη. Οχι επειδή βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα μιας νέας κρίσης χρέους, αλλά εξαιτίας της προβλεπόμενης πολιτικής αστάθειας αφενός και αφετέρου γιατί μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος συμπεριφέρεται σαν να μην έμαθε τίποτε από την εμπειρία του 2010.
Η δημόσια συζήτηση έχει μετατραπεί σε διαγωνισμό παροχών. Το ένα κόμμα υπόσχεται περισσότερα από το άλλο. Νέες δαπάνες, νέες φοροελαφρύνσεις, νέες επιδοτήσεις, νέες προσλήψεις, νέες αυξήσεις. Σχεδόν κανείς όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: από πού θα παραχθεί ο πλούτος που θα χρηματοδοτήσει όλες αυτές τις υποσχέσεις;
Το 2010 η Ελλάδα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία επειδή επί χρόνια δαπανούσε περισσότερα από όσα παρήγε. Σήμερα η εικόνα είναι ασφαλώς διαφορετική. Η χώρα διαθέτει επενδυτική βαθμίδα, υψηλότερη του 2010 αλλά κατώτερη του 2009, εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα και δανείζεται με πολύ χαμηλότερο κόστος από εκείνο της περιόδου της κρίσης.
Ωστόσο, η σύγκριση δεν πρέπει να δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς, το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει έντονα ελλειμματικό, ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών έχει διαβρώσει σημαντικό μέρος του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών, ενώ το διεθνές περιβάλλον είναι σήμερα περισσότερο ασταθές από ποτέ, με πολέμους, γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή αβεβαιότητα και υψηλά επιτόκια.
Η μόνη ουσιαστική διαφορά σε σχέση με το 2010 είναι ότι σήμερα η χώρα διαθέτει και εμφανίζει δημοσιονομικά πλεονάσματα. Ομως ακόμη και αυτά χρειάζονται σωστή ερμηνεία. Τα πλεονάσματα δημιουργήθηκαν επειδή το πολιτικό σύστημα υποχρεώθηκε σε δημοσιονομική πειθαρχία. Δημιουργήθηκαν κυρίως επειδή η περίοδος των μνημονίων επέβαλε μέτρα που κανένα ελληνικό κόμμα δεν θα τολμούσε να εφαρμόσει μόνο του.
Ο υψηλός ΦΠΑ, ο ΕΝΦΙΑ, οι αλλαγές στο Ασφαλιστικό, η αυστηρότερη φορολογική διοίκηση, η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και η δραστική περιστολή πολλών δημόσιων δαπανών αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται σήμερα τα δημόσια οικονομικά. Τα πλεονάσματα είναι αποτέλεσμα μιας επώδυνης δημοσιονομικής προσαρμογής που πλήρωσαν οι πολίτες και όχι προϊόν αύξησης της παραγωγικότητας του τόπου ή της διορατικότητας του πολιτικού συστήματος.
Και όμως, αντί αυτή η δύσκολα αποκτημένη σταθερότητα να προστατεύεται ως εθνικό κεφάλαιο, η δημόσια συζήτηση εκ μέρους ορισμένων κομμάτων εξελίσσεται σαν να υπάρχουν ανεξάντλητοι δημοσιονομικοί πόροι. Ελάχιστοι μιλούν για τις πραγματικές αντοχές του κράτους. Ακόμη λιγότεροι εξηγούν τι πραγματικά σημαίνει το περίφημο «μαξιλάρι», το οποίο ανερχόταν στα 39 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος Μάρτη του 2026 και το οποίο συχνά παρουσιάζεται ως απόδειξη οικονομικής ισχύος.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Τα 39 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ένα ελεύθερο ταμείο από το οποίο οποιαδήποτε κυβέρνηση μπορεί να χρηματοδοτήσει νέες παροχές. Πέραν των γνωστών δημοσιονομικών περιορισμών της ΕΕ, επί της ουσίας στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα διαθέσιμα ασφαλιστικών ταμείων, νοσοκομείων, πανεπιστημίων, δήμων, περιφερειών και δεκάδων άλλων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Περιλαμβάνονται επίσης κεφάλαια που είναι δεσμευμένα μέσω πράξεων repos, αποθεματικά που πρέπει υποχρεωτικά να παραμένουν στους οργανισμούς για τη λειτουργία τους, καθώς και ποσά που αντιστοιχούν σε ήδη αναληφθείσες υποχρεώσεις του Δημοσίου.
Από αυτά πρέπει ακόμη να αφαιρεθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες, οι επιστροφές φόρων, οι πληρωμές τόκων και χρεολυσίων, καθώς και το ελάχιστο λειτουργικό ταμειακό απόθεμα που κάθε σύγχρονο κράτος οφείλει να διατηρεί για να μπορεί να πληρώνει χωρίς κίνδυνο μισθούς, συντάξεις και τις καθημερινές του υποχρεώσεις. Ετσι, τα πραγματικά ελεύθερα διαθέσιμα που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια ελληνική κυβέρνηση χωρίς να διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα δεν φαίνεται να ξεπερνούν τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε αυτά περιλαμβάνονται και τυχόν ανάγκες φυσικών καταστροφών, οι οποίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκύψουν, καθώς και οποιοδήποτε άλλο απρόβλεπτο γεγονός.
Η διαφορά επομένως ανάμεσα στα 39 και στα περίπου 4 δισ. ευρώ είναι η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ρητορική και στη δημοσιονομική πραγματικότητα. Η διανομή ποσού, όπως γίνεται κατ’ έθιμο στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, που θα υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ είναι σήμα κινδύνου. Κάθε νέα γενικευμένη παροχή που υπόσχεται το πολιτικό σύστημα μειώνει δραματικά τα πραγματικά περιθώρια ασφαλείας της χώρας. Και αν αυτά εξαντληθούν, η Ελλάδα θα βρεθεί και πάλι αντιμέτωπη με την καχυποψία των αγορών, την άνοδο του κόστους δανεισμού και, τελικά, με την ανάγκη νέων επώδυνων προσαρμογών.
Εξίσου ανησυχητική είναι η πλήρης απουσία συζήτησης για την παραγωγή νέου πλούτου. Ποιο κόμμα παρουσιάζει ολοκληρωμένο σχέδιο για τη βιομηχανία; Για την περιφερειακή ανάπτυξη; Για την αύξηση των εξαγωγών; Για τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος; Για την αύξηση της παραγωγικότητας; Για την οργάνωση του αγροτικού τομέα; Την αύξηση του ενεργού πληθυσμού; Για τη σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγή; Για την ενίσχυση της καινοτομίας; Η απάντηση είναι απογοητευτική.
Η δημόσια αντιπαράθεση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τη διανομή εισοδήματος και όχι γύρω από τη δημιουργία του. Δεν υπάρχει καμία κοινωνία που να μπορεί επί μακρόν να διανέμει πλούτο που δεν παράγει.
Μην ξεχνάμε ότι και η αύξηση του ΑΕΠ γύρω στο 2%-2,2% τα τελευταία δύο-τρία χρόνια οφείλεται στα κοινοτικά κονδύλια και στην αύξηση της κατανάλωσης. Την ίδια στιγμή η πολιτική ζωή μοιάζει να έχει εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, ενώ μεγάλο μέρος των κινήσεών της δείχνει και ερμηνεύεται ως προεκλογική προετοιμασία.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, επενδύει στην προσδοκία πρόωρων εκλογών και ανεβάζει συνεχώς τον πήχη των υποσχέσεων. Η χώρα δεν μπορεί να κυβερνάται με διαρροές, υπονοούμενα και πολιτικές μπλόφες.
Η οικονομία χρειάζεται σταθερότητα, συνέπεια, σοβαρότητα και όχι διαρκή εκλογική φημολογία. Ακόμη πιο επικίνδυνο θα ήταν ένα σενάριο διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων χωρίς δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης.
Σε μια χώρα με δημόσιο χρέος που εξακολουθεί να υπερβαίνει τα 350 δισ. ευρώ, η παρατεταμένη ακυβερνησία δεν είναι απλώς πολιτικό πρόβλημα. Είναι οικονομικός κίνδυνος πρώτου μεγέθους. Οι επενδύσεις παγώνουν, οι αγορές γίνονται επιφυλακτικές, το κόστος δανεισμού μπορεί να αυξηθεί και η εμπιστοσύνη, που αποκτήθηκε με τεράστιες θυσίες, μπορεί να χαθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι οι αριθμοί. Είναι η νοοτροπία. Η εντύπωση ότι η χώρα μπορεί να επιστρέψει στην εποχή όπου κάθε πρόβλημα λυνόταν με περισσότερες κρατικές δαπάνες και περισσότερες υποσχέσεις. Ακριβώς αυτή η νοοτροπία οδήγησε στη χρεοκοπία. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει και πάλι με ευθύνη των κομμάτων να επανέλθει.
Η Ελλάδα πέτυχε πολλά τα τελευταία χρόνια. Ανέκτησε την αξιοπιστία της, βελτίωσε την πιστοληπτική της εικόνα και σταθεροποίησε τα δημόσια οικονομικά της. Αυτές όμως δεν είναι μόνιμες κατακτήσεις. Μπορούν να χαθούν πολύ πιο γρήγορα από όσο αποκτήθηκαν.
Η οικονομική ιστορία του τόπου αποδεικνύει ότι οι οικονομικές κρίσεις δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Προηγείται πάντα μια περίοδος πολιτικού ανταγωνισμού για το «κομματικό αλάθητο», εύκολων υποσχέσεων και συλλογικής ψευδαίσθησης ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά».
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία δημοπρασία παροχών. Δεν χρειάζεται κόμματα που ανταγωνίζονται ποιος θα μοιράσει περισσότερα. Χρειάζεται πολιτικές δυνάμεις που θα έχουν το θάρρος να πουν την αλήθεια: ότι χωρίς παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές, καινοτομία και δημιουργία νέου πλούτου δεν υπάρχει βιώσιμη ευημερία.
Οποιος συνεχίζει να υπόσχεται τα πάντα στους πάντες χωρίς να εξηγεί πώς θα χρηματοδοτηθούν δεν εξαγοράζει απλώς ψήφους. Υποθηκεύει το μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα πλήρωσε ήδη μία φορά το τίμημα της πολιτικής ανευθυνότητας. Δεν έχει την πολυτέλεια να το πληρώσει δεύτερη.
Ο κ. Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ






















![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 1]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/aade-1.png)















