array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(11) "Investments"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(15) "Current Events1"
}

Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης: Η ώρα της Απόδειξης

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον πόσα χρήματα απορροφήσαμε, αλλά τι παραγωγική βάση θα μείνει όταν υποχωρήσει η έκτακτη ευρωπαϊκή ώθηση

Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης: Η ώρα της Απόδειξης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία είχε έναν ισχυρό σύμμαχο. Το Ταμείο Ανάκαμψης έφερε κεφάλαια, επιτάχυνε επενδύσεις και συνέβαλε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι επενδύσεις, οι υποδομές και αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που συνδέθηκαν με το πρόγραμμα είναι πραγματικές. Τώρα, όμως, πλησιάζει η δυσκολότερη αξιολόγηση.
Αλλά τώρα πλησιάζει η στιγμή της πιο δύσκολης αξιολόγησης.

Το Recovery and Resilience Facility (RRF) ήταν εξαρχής προσωρινό. Τα ορόσημα και οι στόχοι πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Αυγούστου 2026 και οι τελευταίες πληρωμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έως το τέλος του έτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 2027 σταματούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια ή οι δημόσιες επενδύσεις. Αποσύρεται, όμως, ένας εξαιρετικά ισχυρός και έκτακτος μηχανισμός χρηματοδότησης.

Η ίδια η Κομισιόν προβλέπει επιβράδυνση των επενδύσεων καθώς το πρόγραμμα ολοκληρώνεται, με την ανάπτυξη να υποχωρεί από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.

Εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.

Το ζητούμενο δεν ήταν να αυξηθούν οι επενδύσεις για λίγα χρόνια, αλλά η έκτακτη χρηματοδότηση να μετατραπεί σε μόνιμη παραγωγική και εξαγωγική ικανότητα.

Το εξωτερικό ισοζύγιο δείχνει ότι η απόσταση παραμένει μεγάλη. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έφθασε τα 9,3 δισ. ευρώ. Η φετινή επιδείνωση δεν προήλθε από το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, το οποίο βελτιώθηκε, αλλά κυρίως από τα δευτερογενή και, σε μικρότερο βαθμό, τα πρωτογενή εισοδήματα.

Το διαρθρωτικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει. Η Κομισιόν προβλέπει έλλειμμα 7,1% του ΑΕΠ το 2026 και 6,1% το 2027, επισημαίνοντας παράλληλα την υψηλή εισαγωγική εξάρτηση των επενδύσεων.

Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό: μια οικονομία που επενδύει χρειάζεται εισαγόμενα μηχανήματα, τεχνολογία και εξοπλισμό. Το κρίσιμο είναι αν αυτές οι εισαγωγές δημιουργούν την παραγωγή και τις εξαγωγές του αύριο.

Η κρίσιμη ερώτηση είναι άλλη: οι εισαγωγές που χρηματοδοτούν τις επενδύσεις του σήμερα δημιουργούν την παραγωγή και τις εξαγωγές του αύριο;

Μέχρι σήμερα ασχοληθήκαμε κυρίως με το πόσα δισεκατομμύρια επενδύθηκαν και πόσο γρήγορα απορροφήθηκαν τα κονδύλια. Μετά το RRF χρειάζεται ένας δεύτερος λογαριασμός. Οι μεγάλες επενδύσεις που ενισχύονται με δημόσιο χρήμα θα πρέπει, τρία ή πέντε χρόνια μετά, να αξιολογούνται με βάση το αποτέλεσμα: πόσο αύξησαν την παραγωγικότητα, πόσες νέες εξαγωγές δημιούργησαν, πόσο ιδιωτικό κεφάλαιο κινητοποίησαν και πόση περισσότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία άφησαν πίσω τους.

Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε άλλον έναν σύνθετο δείκτη αλλά να σταματήσουμε να συγχέουμε την απορρόφηση με την επιτυχία.

Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες επιχειρήσεις που μπορούν να αποκτήσουν μέγεθος και να σταθούν στις διεθνείς αγορές. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι σχεδόν το 47% της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζομένους και ότι το χάσμα παραγωγικότητας των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων παραμένει μεγάλο.

Η επόμενη γενιά κινήτρων, επομένως, δεν πρέπει να επιδοτεί απλώς ακόμη μία αγορά εξοπλισμού. Πρέπει να διευκολύνει τη μεγέθυνση: συνεργασίες και συγχωνεύσεις, πρόσβαση σε αναπτυξιακή χρηματοδότηση, τεχνολογία, πιστοποιήσεις και δίκτυα πωλήσεων στο εξωτερικό. Δεν αρκούν περισσότερες επιχειρήσεις που περιστασιακά εξάγουν. Χρειαζόμαστε περισσότερες για τις οποίες η διεθνής αγορά αποτελεί βασικό μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου.

Και εδώ υπάρχει μια τρίτη ευκαιρία, ίσως η πιο προφανής.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναζητήσει από το μηδέν τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Τα διαθέτει ήδη στον τουρισμό και τη ναυτιλία: οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφθασαν τα 13,5 δισ. ευρώ στο πρώτο επτάμηνο του 2026, ενώ ο ελληνόκτητος στόλος αντιστοιχεί στο 19,1% της παγκόσμιας χωρητικότητας.

Το ζητούμενο είναι να πάψουμε να βλέπουμε αυτούς τους κλάδους μόνο ως πηγές συναλλάγματος και να τους αξιοποιήσουμε ως αγορές πάνω στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν νέες ελληνικές εξαγωγικές δραστηριότητες.

Στη ναυτιλία αυτό σημαίνει ελληνικό software, marine equipment, συστήματα ενεργειακής αποδοτικότητας, τεχνολογίες απανθρακοποίησης, engineering και εξειδικευμένες υπηρεσίες. Η δημόσια πολιτική μπορεί να βοηθήσει πολύ πιο αποτελεσματικά στη χρηματοδότηση πιλοτικών εφαρμογών, στην πιστοποίηση και στην εξαγωγική ανάπτυξη αυτών των εταιρειών από ό,τι με μια ακόμη οριζόντια επιδότηση.

Αν μια ελληνική τεχνολογία μπορεί να δοκιμαστεί στον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο του κόσμου, ο στόχος πρέπει να είναι στη συνέχεια να πωληθεί και στους υπόλοιπους.

Το ίδιο ισχύει στον τουρισμό. Η επόμενη επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο σε περισσότερες αφίξεις ή νέες κλίνες, αλλά στο πόσο μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής δαπάνης καταλήγει σε ελληνικά τρόφιμα, υπηρεσίες, τεχνολογία, ενέργεια και προϊόντα.

Έτσι το πραγματικό ερώτημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι αν θα υπάρξει κάποια επιβράδυνση το 2027, άλλωστε αυτή ήδη προβλέπεται.

Είναι αν η χώρα θα μπορεί να διατηρήσει τις ιδιωτικές επενδύσεις χωρίς το ίδιο ύψος επιδότησης, να αυξήσει την παραγωγικότητα, να δημιουργήσει περισσότερους εξαγωγικούς παίκτες και να περιορίσει σταδιακά το εξωτερικό έλλειμμα χωρίς να χρειαστεί ύφεση για να μειωθούν οι εισαγωγές.

Αυτό θα ήταν πραγματικός παραγωγικός μετασχηματισμός.

Το Ταμείο Ανάκαμψης μάς έδωσε κεφάλαια και χρόνο. Το αν αγοράσαμε με αυτά μια προσωρινή περίοδο υψηλότερων επενδύσεων ή αν χτίσαμε μια οικονομία ικανή να παράγει περισσότερο όταν αυτά τα κεφάλαια θα έχουν φύγει, δεν μπορεί ακόμη να απαντηθεί.

Από το 2027, όμως, θα αρχίσουμε να το μαθαίνουμε.

*Ο Μιχάλης Ματθαιάκης είναι ναυτιλιακός αναλυτής

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies