Η παραδοχή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά συνοδεύτηκε από την προσδοκία ότι οι μειώσεις σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων και η «Εθνική Συμφωνία Μείωσης Τιμών», που ενεργοποιείται από την 1η Σεπτεμβρίου, θα αρχίσουν να περιορίζουν την πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στην αγορά, ωστόσο, η ανάγνωση είναι λιγότερο αισιόδοξη. Το «πολύ λίγα, πολύ αργά» περιγράφει την επιφύλαξη με την οποία αντιμετωπίζονται πρωτοβουλίες που στηρίζονται για ακόμη μία φορά στην καλή θέληση προμηθευτών και λιανεμπόρων, έπειτα από μια πολυετή περίοδο κατά την οποία οι σωρευτικές ανατιμήσεις έχουν αλλάξει δραστικά το κόστος ζωής.
Μέχρι τις 20 Αυγούστου είχαν ενταχθεί στην πρωτοβουλία 850 κωδικοί, εκ των οποίων 750 αφορούν επώνυμα προϊόντα και 100 προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, με τη μέση μείωση των τιμών να υπολογίζεται περίπου στο 7%. Συμμετέχουν 62 προμηθευτές και 10 αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ, σύμφωνα με πηγές οι μειώσεις καλύπτουν από γαλακτοκομικά, κρέας, ζυμαρικά και όσπρια έως καθαριστικά, είδη προσωπικής υγιεινής, παιδικές τροφές και πάνες.
Οι αριθμοί δεν είναι αμελητέοι, αποτυπώνουν όμως και τα όρια της παρέμβασης. Πρόκειται για επιλεγμένους κωδικούς, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και, κυρίως, για μια εθελοντική συμφωνία κράτους και αγοράς. Η εφαρμογή των μειώσεων αρχίζει στο τέλος Αυγούστου και ολοκληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου.
Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και μια μείωση 7% σε εκατοντάδες προϊόντα δεν μπορεί από μόνη της να αντιστρέψει μια συσσωρευμένη αύξηση του κόστους ζωής που διαρκεί πλέον χρόνια. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για εθελοντική πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας και όχι για οριζόντια μεταβολή του επιπέδου των τιμών.
Η απόσταση από την ευρωπαϊκή καθημερινότητα
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί η συζήτηση για την ακρίβεια επιμένει, ακόμη και όταν ο μηνιαίος πληθωρισμός αποκλιμακώνεται. Τον Ιούλιο ο εθνικός πληθωρισμός παρέμενε στο 3,4%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Ο εναρμονισμένος δείκτης υποχώρησε στο 2,7% από 3,9% τον Ιούνιο, αλλά αυτό περιγράφει τον ρυθμό με τον οποίο μεταβάλλονται οι τιμές και όχι επιστροφή τους στα επίπεδα πριν από το πληθωριστικό σοκ.
Και σε ορισμένες κατηγορίες οι πιέσεις παραμένουν ιδιαίτερα έντονες. Μόνο μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου, για παράδειγμα, η τιμή του diesel στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12,1%, μία από τις μεγαλύτερες μηνιαίες αυξήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εικόνα δείχνει ότι ένα μέρος της κατανάλωσης συντηρείται πλέον είτε με απομείωση αποταμιεύσεων είτε με μεγαλύτερη προσφυγή στον δανεισμό
Η πραγματική εικόνα αποκαλύπτεται καλύτερα όταν οι τιμές συνδυαστούν με τα εισοδήματα. καθώς η η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ προσαρμοσμένο για τις διαφορές τιμών, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2025. Παράλληλα, το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία. Έναν χρόνο νωρίτερα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 26,9%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 66,8% των Ελλήνων δήλωνε το 2024 ότι αισθάνεται φτωχό, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 17,4%, ενώ σε πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ. Τα στοιχεία δείχνουν οτι δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόβλημα μερικών ακριβών προϊόντων στο ράφι.
Τα νοικοκυριά έχουν ήδη αρχίσει να τρώνε από τα έτοιμα
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 τα ελληνικά νοικοκυριά βρέθηκαν ξανά σε αρνητική αποταμίευση. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους αυξήθηκε κατά 3,2%, στα 39,13 δισ. ευρώ, αλλά η καταναλωτική δαπάνη έτρεξε ταχύτερα, κατά 4,7%, φθάνοντας τα 40,4 δισ. ευρώ. Μέσα σε τρεις μήνες, δηλαδή, τα νοικοκυριά δαπάνησαν περίπου 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε έτσι στο -3,3%, από -1,8% έναν χρόνο νωρίτερα. Η εικόνα δείχνει ότι ένα μέρος της κατανάλωσης συντηρείται πλέον είτε με απομείωση αποταμιεύσεων είτε με μεγαλύτερη προσφυγή στον δανεισμό. Η πίεση φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, ένα μέσο νοικοκυριό δαπανούσε ήδη περίπου 1.725 ευρώ τον μήνα, 3,6% περισσότερα από έναν χρόνο πριν. Τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά απορροφούσαν το 20,7% των δαπανών, η στέγαση 14,4% και οι μεταφορές 13,3%.
Για το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών η κατάσταση είναι πολύ πιο πιεστική, με τα στοιχεία να δείχνουν οτι μόνο τρόφιμα και στέγαση απορροφούν το 55,9% του συνολικού προϋπολογισμού. Σε αυτή την πραγματικότητα καλείται να παρέμβει μια μέση μείωση 7% σε 850 προϊόντα.
Η βενζίνη στα όρια των παρεμβάσεων
Το ίδιο μοντέλο έχει ήδη δοκιμαστεί στην αγορά καυσίμων, αποκαλύπτοντας πόσο εύκολα μια περιορισμένη παρέμβαση μπορεί να εξανεμιστεί από την ίδια την αγορά. Από τα μέσα Ιουλίου τα δύο ελληνικά διυλιστήρια προχώρησαν σε έκπτωση 10 λεπτών το λίτρο στην αμόλυβδη και 5 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης, ενώ για το diesel προστέθηκε τον Αύγουστο κρατική επιδότηση ακόμη 10 λεπτών ανά λίτρο.
Παρά τις παρεμβάσεις, όμως, η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης βρέθηκε στα μέσα Αυγούστου ξανά πάνω από το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ, στα 2,002 ευρώ το λίτρο, με το πετρέλαιο κίνησης στα 1,996 ευρώ. Στις Κυκλάδες η μέση τιμή της αμόλυβδης είχε ήδη φθάσει στα 2,261 ευρώ, ενώ σε ορισμένα νησιά ξεπερνούσε ακόμη και τα 2,40 ευρώ.
Το παράδοξο είναι ότι η έκπτωση στην αμόλυβδη δεν πρόλαβε ουσιαστικά να γίνει αισθητή πριν αρχίσει να την απορροφά η άνοδος των διεθνών τιμών. Ήδη τον Ιούλιο η αύξηση της τιμής Platts της βενζίνης κάλυπτε σημαντικό μέρος της μείωσης που είχαν προσφέρει τα διυλιστήρια.
Το αποτέλεσμα είναι χαρακτηριστικό του προβλήματος που αντιμετωπίζει συνολικά η κυβερνητική πολιτική απέναντι στην ακρίβεια με τις μικρές και προσωρινές μειώσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ανατιμήσεις που είναι μεγαλύτερες και συχνά ταχύτερες.
Τα έσοδα από ΦΠΑ διαμορφώθηκαν στα 14,6 δισ. ευρώ, με υπέρβαση έναντι του στόχου περίπου 573 εκατ. ευρώ
Και εδώ η κυβέρνηση αποφεύγει μέχρι στιγμής τη φορολογική παρέμβαση. Αντί μιας προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) ή του ΦΠΑ στα καύσιμα, επιλέχθηκε η επιδότηση του diesel και ζητήθηκαν εκπτώσεις από τα διυλιστήρια. Λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της επιδότησης στις 31 Αυγούστου, στο οικονομικό επιτελείο εξετάζεται πλέον εάν θα παραταθεί και τον Σεπτέμβριο, συνεχίζοντας έτσι να αποφεύγει την απευθείας παρέμβαση
Η κυβέρνηση έχει επιλέξει σταθερά να αποφεύγει γενικευμένες παρεμβάσεις στους έμμεσους φόρους και ειδικά μειώσεις ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα ή Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η στρατηγική της βασίζεται περισσότερο στους ελέγχους, στις συμφωνίες με την αγορά, στις επιμέρους μειώσεις τιμών και σε στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις.
Η επιλογή αυτή προκαλεί και τις περισσότερες ενστάσεις στην αγορά. Διότι η συγκράτηση των τιμών μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στις επιχειρήσεις μέσω μιας εθελοντικής συμφωνίας, ενώ το κράτος διατηρεί αμετάβλητο το δικό του μερίδιο στην τελική τιμή μέσω της φορολογίας. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή ο πληθωρισμός λειτουργεί τα τελευταία χρόνια και ως μια μορφή «ενίσχυσης» των φορολογικών εσόδων. Ο ΦΠΑ επιβάλλεται επί της αξίας, επομένως όσο αυξάνεται η τελική τιμή τόσο αυξάνεται, υπό τις ίδιες συνθήκες, και το ποσό που καταλήγει στο Δημόσιο.
Τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το πρώτο εξάμηνο του 2026 είναι ενδεικτικά. Τα έσοδα από ΦΠΑ διαμορφώθηκαν στα 14,6 δισ. ευρώ, με υπέρβαση έναντι του στόχου περίπου 573 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, τα έσοδα από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, που εξαρτώνται περισσότερο από τις πραγματικές ποσότητες που καταναλώνονται, εμφάνισαν υστέρηση 233 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.
Στα καύσιμα η αντίθεση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Τα έσοδα από ΕΦΚ περιορίστηκαν στα 1,822 δισ. ευρώ, 211 εκατ. ευρώ χαμηλότερα από το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Οι υψηλότερες τιμές μπορούν να γεμίζουν το ταμείο μέσω του ΦΠΑ, αλλά ο όγκος της κατανάλωσης δείχνει ότι οι πολίτες έχουν αρχίσει να περιορίζουν τις αγορές τους.
Το δύσκολο ερώτημα της ΔΕΘ
Η κυβέρνηση μπορεί βάσιμα να επικαλεστεί τη μείωση της ανεργίας, την ανάπτυξη της οικονομίας, την αύξηση των επενδύσεων και τη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Το πρόβλημα είναι ότι οι θετικοί αυτοί δείκτες δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας για μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αυτό είναι και το πολιτικό πρόβλημα πίσω από την ακρίβεια, γιατί αν και η κυβέρνηση προτάσει το ρυθμό αναπτυξης, τη μείωση του χρέους και την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, ωστόσο οι καταναλωτές βλέπουν διαρκώς τα έξοδα να «φουσκώνουν» στο σούπερ μάρκετ, στην αντλία, στο ενοίκιο και στο ποσό που απομένει στον λογαριασμό του στο τέλος του μήνα.
Κάπως έτσι, η ακρίβεια μετατρέπεται σε ένα από τα δυσκολότερα στοιχήματα της τελευταίας ΔΕΘ πριν από τις εκλογές του 2027, με τον πρωθυπουργό να προαναγγέλει ότι στη Θεσσαλονίκη θα παρουσιάσει τους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής για το 2027 και έναν ευρύτερο οδικό χάρτη για τη χώρα έως το 2030.






































