Βαρύ αποτύπωμα αφήνει η πίεση του κόστους ζωής στα ελληνικά νοικοκυριά, με την Ελλάδα να εμφανίζει σε σειρά βασικών δεικτών μία από τις δυσμενέστερες εικόνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκδοση της Eurostat «Key figures on European living conditions – 2026 edition», η οποία αποτυπώνει τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη, με τα περισσότερα στοιχεία να αφορούν το 2025.
Το πλέον εντυπωσιακό εύρημα αφορά την οικονομική πίεση των νοικοκυριών. Στην Ελλάδα, το 87,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην ΕΕ. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 42,5%, ενώ στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 76,9%. Στον αντίποδα, μόλις 18,3% των κατοίκων της Γερμανίας και 19,8% της Ολλανδίας αντιμετωπίζουν ανάλογες δυσκολίες.
Δείτε ολόκληρη την έκθεση της Eurostat
Η πίεση αποτυπώνεται και στο διαθέσιμο εισόδημα. Το 2025, το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, προσαρμοσμένο στις διαφορές του επιπέδου τιμών, ήταν 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανά κάτοικο, έναντι 22.630 PPS στην ΕΕ. Χαμηλότερα βρίσκονταν μόνο η Ουγγαρία με 11.958 PPS και η Ρουμανία με 12.861 PPS.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μακροχρόνια εξέλιξη: σε πραγματικούς όρους, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 παρέμενε 22,3% χαμηλότερο από το 2010. Η Ελλάδα και η Γαλλία ήταν οι μόνες χώρες της ΕΕ όπου καταγράφηκε μείωση σε αυτή την περίοδο, την ώρα που στο σύνολο της Ένωσης το πραγματικό διάμεσο εισόδημα είχε αυξηθεί κατά 25,4%.
Στέγαση και θέρμανση «γονατίζουν» τα νοικοκυριά
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι και η επιβάρυνση από το στεγαστικό κόστος. Το 26,4% των κατοίκων της Ελλάδας ζει σε νοικοκυριά που διαθέτουν τουλάχιστον το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται στην έκθεση, έναντι μόλις 7,7% στην ΕΕ. Ακολουθεί η Δανία με 23,4%, ενώ στην Κύπρο το ποσοστό περιορίζεται στο 2,4%.
Παράλληλα, το 18,1% στην Ελλάδα δεν μπορούσε το 2025 να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 8,8%.
Η οικονομική στενότητα επηρεάζει ακόμη και την καθημερινότητα και τον ελεύθερο χρόνο. Το 27,3% των Ελλήνων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε κάποια δραστηριότητα αναψυχής, επίσης το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, έναντι 12,1% κατά μέσο όρο στην Ένωση.
Υψηλή υλική και κοινωνική στέρηση
Η Ελλάδα καταγράφει επίσης 14,9% σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, έναντι 6,3% στην ΕΕ. Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν μόνο η Ρουμανία με 16,8% και η Βουλγαρία με 15%. Στον αντίποδα, στη Σλοβενία το ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 1,9%.
Ενδεικτική είναι και η αντίληψη των ίδιων των πολιτών για την οικονομική τους κατάσταση: 67,2% των κατοίκων της Ελλάδας θεωρούν τους εαυτούς τους φτωχούς, ποσοστό που ξεχωρίζει με μεγάλη διαφορά στην ευρωπαϊκή σύγκριση. Ακολουθεί η Βουλγαρία με 36,1%, ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο τα αντίστοιχα ποσοστά κινούνται κοντά στο 7%.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Συνολικά στην ΕΕ, 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι ή το 20,9% του πληθυσμού βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, αριθμός μειωμένος κατά περίπου 500.000 σε σχέση με το 2024. Από αυτούς, 72,4 εκατ. βρίσκονταν σε κίνδυνο εισοδηματικής φτώχειας, ενώ 5,7 εκατ. αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα φτώχεια, σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση και πολύ χαμηλή ένταση εργασίας στο νοικοκυριό τους.
Οι ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες. Το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα φθάνει τα 37.673 PPS στο Λουξεμβούργο, τα 32.002 στην Αυστρία και τα 29.714 στην Ολλανδία, ενώ στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται Ουγγαρία, Ρουμανία και Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, το 27,5% των Ευρωπαίων δεν μπορεί να πληρώσει μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο, το 12,1% στερείται τακτικές δραστηριότητες αναψυχής και το 8,5% δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα γεύμα με κρέας, ψάρι ή αντίστοιχη χορτοφαγική επιλογή κάθε δεύτερη ημέρα.



































