array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(26) "Business Banking & Finance"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(15) "Current Events1"
}

Ελληνική οικονομία: Ανθεκτική το β’ τρίμηνο

Τι αναφέρει σε ανάλυση η Eurobank για την ελληνική οικονομία

Ελληνική οικονομία: Ανθεκτική το β’ τρίμηνο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Με ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από την Ευρωζώνη για 20ό συνεχόμενο τρίμηνο, ισχυρές επενδύσεις και την ανεργία σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 25 ετών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, σημειώνει η Eurobank στο τελευταίο τεύχος του δελτίου «7 Ημέρες Οικονομία».

Πίσω από τη θετική εικόνα, ωστόσο, παραμένουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες: το πραγματικό ΑΕΠ απέχει ακόμη 13,6% από το προ κρίσης υψηλό, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υστερούν έναντι της Ευρώπης και το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό. Με το Ταμείο Ανάκαμψης να πλησιάζει στο τέλος του κύκλου του, το μεγάλο στοίχημα μεταφέρεται πλέον στην επόμενη ημέρα: στην παραγωγικότητα και στην προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων.

Αναλυτικότερα, το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο 2026 κατέγραψε ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2,0% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο.

Οι αναλυτές σημειώνουν ότι η επίδοση αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ο συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη.

Εντούτοις, παρά την ισχυρή μεταπανδημική μεγέθυνση της οικονομίας, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο κατά 13,6% συγκριτικά με το προ κρίσης χρέους ιστορικό υψηλό του β’ τριμήνου 2007. Υποθέτοντας διατήρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του τριμηνιαίου ΑΕΠ στο παρόν επίπεδο (+1,9%), η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στο επίπεδο αυτό το α’ τρίμηνο του 2034. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0% αντίστοιχα. Πιο μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5% κατά μέσο όρο.

Οι επενδύσεις

Οι επενδύσεις παγίων αποτέλεσαν βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης και το β’ τρίμηνο 2026, καταγράφοντας ισχυρή ετήσια αύξηση 6,1%, αν και επιβραδυμένες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (+12,1%), πιθανώς επηρεασμένες και από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου (Διάγραμμα 2(α)). Η αύξηση αυτή αποδίδεται σχεδόν εξολοκλήρου (82%) στην οικοδομική δραστηριότητα: η κατασκευή κατοικιών αυξήθηκε κατά €117 εκ., συνεισφέροντας το 21% της ετήσιας αύξησης των πάγιων επενδύσεων, ενώ οι άλλες κατασκευές, κυρίως μεγάλα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μέτρο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Ελληνικό, κ.ά) ενισχυθήκαν κατά €338 εκ., το 61% της αύξησης.

Το υπόλοιπο προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό: μηχανολογικό και οπλικά συστήματα (+€51 εκ., το 9%) και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (+€51 εκ., 9%), παρά την υποχώρηση του μεταφορικού εξοπλισμού (-€45 εκ., -8%).Τη μεγαλύτερη όμως συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες [π.μ.]) είχε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήρια δύναμη που οδηγεί αλλά και ενισχύεται από την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα (Διάγραμμα 2(β)). Αντιθέτως, ενθαρρυντική είναι η συνέχιση της μείωσης του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών (-4,7%) η οποία συνεισέφερε 0,5 π.μ. στη μεγέθυνση του β’ τριμήνου. Οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών από την άλλη υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το β’ τρίμηνο 2025 σε πραγματικούς όρους (-3,6%), αφαιρώντας 1,2 π.μ. από το ρυθμό μεγέθυνσης. Παρά την ανθεκτικότητα του τουρισμού και την αύξηση του κύκλου εργασιών στη ναυτιλία, η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του πολέμου περιόρισε την πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος (-0.8 π.μ.).

Η σύνθεση του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο 2026 διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη: Η κατανάλωση συνέχισε να αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη συνιστώσα, με το μερίδιό της να παραμένει σταθερά στη ζώνη του 68–70% καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (53,2%). Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, απώλεια που εν μέρει αντισταθμίστηκε από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών. Στα θετικά, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων παρέμεινε κοντά στα υψηλότερα επίπεδά του από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Εντούτοις, παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη (21,3% του ΑΕΠ) και στην ΕΕ271 (21,5%)· προϋπόθεση όμως για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες συγκριτικά με την ΕΕ27 επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ.

Προσέγγιση παραγωγής

Η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) διαμορφώθηκε σε 1,5% το β’ τρίμηνο 2026, από 1,7% το α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας οριακή επιβράδυνση σε ετήσια βάση. Σε τριμηνιαία βάση, ωστόσο, η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 0,5%, έναντι μόλις 0,1% το προηγούμενο τρίμηνο, καταδεικνύοντας ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας εντός του τριμήνου.

Οι ισχυρότερες ετήσιες αυξήσεις της ΑΠΑ καταγράφηκαν στις κατασκευές, στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, στη γεωργία και στις δραστηριότητες ενημέρωσης και επικοινωνίας, ενώ αρνητική παρέμεινε η συμβολή του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης. Παρακάτω παρουσιάζονται αναλυτικά οι κλαδικές εξελίξεις για το β’ τρίμηνο 2026:

• Κατασκευές: Ο κλάδος διατήρησε την ιδιαίτερα ισχυρή δυναμική του, με την ΑΠΑ να αυξάνεται κατά 13,5% σε ετήσια βάση, από 11,8% το α’ τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή συνάδει με τη διατήρηση της οικοδομικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο όγκος της συνολικής οικοδομικής δραστηριότητας κατά την περίοδο Ιουνίου 2025–Μαΐου 2026 ήταν αυξημένος κατά 19,3% σε σχέση με το αντίστοιχο προηγούμενο δωδεκάμηνο.

• Χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες: Η ανοδική πορεία του κλάδου ενισχύθηκε περαιτέρω, με την ΑΠΑ να αυξάνεται κατά 7,1% σε ετήσια βάση, έναντι 5,5% το προηγούμενο τρίμηνο. Η επίδοση αυτή συνοδεύτηκε από τη συνέχιση της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της οποίας διαμορφώθηκε σε 9,8% τον Ιούνιο 2026. Η καθαρή μηνιαία ροή χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ήταν επίσης θετική κατά €2,2 δισ. τον ίδιο μήνα.

• Αγροτικός τομέας: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 4,6% σε ετήσια βάση το β΄ τρίμηνο 2026, αντιστρέφοντας την υποχώρηση κατά 1,1% που είχε καταγραφεί το α’ τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί επιστροφή του κλάδου σε θετικό ρυθμό μεταβολής μετά την ασθενέστερη εικόνα στην αρχή του έτους.

• Τέχνες, ψυχαγωγία και λοιπές υπηρεσίες: Η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 4,3% σε ετήσια βάση, έναντι 3,8% το α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας διατήρηση της θετικής δυναμικής στις δραστηριότητες αναψυχής και λοιπών υπηρεσιών.

• Ενημέρωση και επικοινωνία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 3,9% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, διατηρώντας θετική, αν και ηπιότερη, δυναμική σε σχέση με το +5,8% του α’ τριμήνου.

Η εξέλιξη αυτή είναι συμβατή με τη βελτίωση του δείκτη παραγωγής του τομέα στη διάρκεια του τριμήνου, από -0,9% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +7,3% τον Μάιο και +9,0% τον Ιούνιο.

Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η άνοδος στις δραστηριότητες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, • παροχής συμβουλών και συναφών δραστηριοτήτων (+20,2% τον Ιούνιο) και στις υπηρεσίες πληροφορίας (+17,6%).

• Βιομηχανία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, επιβραδυνόμενη από 4,2% το α’ τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή ήταν συμβατή με τη διατήρηση θετικής, αν και ηπιότερης, δυναμικής της βιομηχανικής παραγωγής. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο μέσος Γενικός Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής αυξήθηκε κατά 3,3% στο πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ωστόσο, προς το τέλος του β’ τριμήνου καταγράφηκαν ενδείξεις επιβράδυνσης, καθώς τον Ιούνιο ο δείκτης αυξήθηκε κατά μόλις 1,1% σε ετήσια βάση, έναντι 2,8%

• Δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση και υγεία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε οριακά κατά 0,5% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, παρουσιάζοντας αισθητή επιβράδυνση σε σχέση με την αύξηση κατά 5,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Ως εκ τούτου, η δραστηριότητα του κλάδου παρέμεινε αυξημένη σε ετήσια βάση, αλλά με σαφώς ηπιότερο ρυθμό.

• Διαχείριση ακίνητης περιουσίας: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 0,5% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, διατηρώντας θετικό αλλά περιορισμένο ρυθμό μεταβολής. Η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων παρέμεινε γενικά υποστηρικτική, με τις τιμές των διαμερισμάτων να αυξάνονται κατά 5,7% σε ετήσια βάση το α’ τρίμηνο 2026, αν και με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με το 2025.

Παράλληλα, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τα επαγγελματικά ακίνητα εξακολουθούν να καταγράφουν αυξήσεις τόσο στις τιμές όσο και στα μισθώματα γραφείων και καταστημάτων.

• Επαγγελματικές, επιστημονικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες: Η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 0,7% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, εξέλιξη συμβατή με τη σταδιακή βελτίωση των δεικτών παραγωγής της ΕΛΣΤΑΤ κατά τη διάρκεια του τριμήνου. Ειδικότερα, στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες ο δείκτης παραγωγής μεταβλήθηκε από -3,3% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +3,5% τον Μάιο και +7,8% τον Ιούνιο, ενώ στις διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες από -0,3% σε +2,8% και +4,8%, αντίστοιχα.

• Εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα & εστίαση: Η ΑΠΑ του ευρύτερου κλάδου μειώθηκε κατά 1,1% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, μετά από πτώση 1,7% το α’ τρίμηνο. Η εικόνα των επιμέρους δραστηριοτήτων ήταν, ωστόσο, ανομοιογενής. Στις μεταφορές, ο δείκτης παραγωγής μεταβλήθηκε από -3,1% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +3,1% τον Μάιο και +7,4% τον Ιούνιο, υποδηλώνοντας σαφή βελτίωση προς το τέλος του τριμήνου. Αντίστοιχα, στα καταλύματα ο δείκτης παραγωγής παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρός (+26,9%, +34,1% και +34,8% τον Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο αντίστοιχα), ενώ στην εστίαση διατηρήθηκε αρνητικός (-5,7%, -5,2% και -5,6%). Η διαφοροποίηση αυτή υποδηλώνει ότι η υποχώρηση της ΑΠΑ του ευρύτερου κλάδου αντανακλά αντίρροπες εξελίξεις μεταξύ των επιμέρους δραστηριοτήτων.

Σε όρους κλαδικής διάρθρωσης, το εμπόριο, οι μεταφορές, τα καταλύματα και η εστίαση αποτελούν τον μεγαλύτερο κλάδο της οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 22,5% της συνολικής ΑΠΑ, και ακολουθούν η δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση και υγεία (18,5%), η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (16,6%), η βιομηχανία (16,1%), οι επαγγελματικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες (6,6%), οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες (4.7%), η ενημέρωση και επικοινωνία (4,7%), ο αγροτικός τομέας (3,8%), οι τέχνες (3,7%) και οι κατασκευές (2,7%).

Συνολικά, η εικόνα του β΄ τριμήνου 2026 υποδηλώνει ότι η αύξηση της ΑΠΑ παραμένει θετική αλλά με σαφείς διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Η ισχυρή δυναμική των κατασκευών, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, της ενημέρωσης και επικοινωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, άλλων υπηρεσιών αντισταθμίζεται εν μέρει από την αδυναμία του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης. Σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα, η μέση κλαδική διάρθρωση της ΑΠΑ την περίοδο 2023–2026 διαφοροποιείται αισθητά από την προ κρίσης περίοδο, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης του σχετικού βάρους των κατασκευών και της ενίσχυσης της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και ορισμένων υπηρεσιών υψηλότερης έντασης γνώσης. Αντίθετα, το σχετικό βάρος της βιομηχανίας και του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης παραμένει συνολικά κοντά στα προ κρίσης επίπεδα. Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές, χωρίς όμως πλήρη ανατροπή της βασικής κλαδικής της σύνθεσης. Ιδιαίτερα στις κατασκευές, η σημερινή ισχυρή αύξηση της δραστηριότητας συντελείται από σαφώς χαμηλότερη βάση σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ενώ η ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών και ορισμένων υπηρεσιών υποδηλώνει σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου και γνώσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, το β’ τρίμηνο 2026 το μη εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας παρουσίασε εκ νέου πτώση σε ετήσια βάση, ύστερα από την άνοδό του το προηγούμενο τρίμηνο (Διάγραμμα 5). Κατήλθε στο 7,9% από 8,6% ένα έτος νωρίτερα και είναι το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας από το 2001 (7,3% το β’ τρίμηνο 2008 και το γ’ τρίμηνο 2008). Ο αριθμός των ανέργων κατήλθε στους 379,7 χιλ. από τους 411,7 χιλ. (-7,8%) και είναι επίσης ο τρίτος χαμηλότερος από το 2001 (366,7 χιλ. το β’ τρίμ. 2008 και 364,0 χιλ. το β’ τρίμ. 2008). Ο αριθμός των απασχολουμένων ενισχύθηκε κατά 27,6 χιλ. άτομα, στα 4.414,4 χιλ., ωστόσο η άνοδός τους περιορίζεται για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο (+1,8% στο γ’ τρίμ. 2025, +1,7% το δ’ τρίμ. 2025 και +1,3% το α’ τρίμ. 2026), ενώ απέχει κατά 225,2 χιλ. από το μέγιστο αριθμό τους (4.639,6 χιλ. το γ’ τρίμ. 2008).

Η αύξηση της απασχόλησης συνοδεύτηκε και από αύξηση των συνολικών αμοιβών της εξαρτημένης εργασίας. Το β’ τρίμ. 2026 το ΑΕΠ με βάση την προσέγγιση του εισοδήματος παρουσιάζει ετήσια αύξηση κατά €3,61 δισεκ. (στα €65,17 δισεκ.), με το 31,1% αυτής (€1,12 δις) να προέρχεται από την άνοδο των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην άνοδο των αμοιβών έχουν οι κλάδοι Δημόσιας διοίκησης-Υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης-Εκπαίδευσης-Υγείας-Κοινωνικής μέριμνας (+€277,0 εκατ.), Ορυχείων-Λατομείων-Μεταποίησης-Ενέργειας-Νερού-Εξυγίανσης (+€271,9 εκατ.) και Χονδρικού-Λιανικού εμπορίου-Μεταφοράς-Αποθήκευσης-Τουρισμού (+€194,6 εκατ.).

Οι μακροχρόνια άνεργοι προσεγγίζουν το επίπεδο του δ’ τρίμ. 2007 (199,9 χιλ.) και το β’ τρίμ. 2026 κατήλθαν στους 201,4 χιλ. από τους 234,6 χιλ. ένα έτος νωρίτερα (-33,2 χιλ. ή -14,2%). Το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας κατήλθε στο 53,1% από 57,0%. Σημειώνεται ότι ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων και το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας από το δ’ τρίμ. 2023 βρίσκονται κάτω από τις αντίστοιχες διάμεσες τιμές τους της περιόδου α’ τρίμ. 2001-β’ τρίμ. 2026 (304,5 χιλ. και 56,3%, αντίστοιχα).

Το ποσοστό ανεργίας των ανδρών περιορίστηκε κατά 1,5 π.μ. (στο 5,7%) ενώ των γυναικών αυξήθηκε κατά 0,3 π.μ. (στο 10,6%), αλλά η μεταξύ τους διαφορά βρίσκεται σε πτωτική τροχιά από το α’ τρίμ. 2019. Το ποσοστό συμμετοχής των νέων ηλικίας 20-24 ετών κατήλθε κατά 0,7 π.μ. (στο 50,9%), ενώ των γυναικών αυξήθηκε κατά 0,7 π.μ. (στο 46,7%) και αμφότερα υπολείπονται του εθνικού ποσοστού (53,4% από 53,3%).

Σε 7 από τις 13 περιφέρειες το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε και σε 6 αυξήθηκε (Διάγραμμα 6). Το μεγαλύτερο ποσοστό και ισχυρότερη άνοδος παρουσιάστηκε στα Ιόνια Νησιά (+4,7 π.μ., στο 13,4% από 8,7%), το χαμηλότερο ποσοστό στην Κρήτη (4,5% από 4,1%) και η μεγαλύτερη πτώση (-2,4 π.μ.) στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (8,3% από 10,7%). Τέλος σε Πελοπόννησο (7,7%), Νότιο Αιγαίο (7,1%), Αττική (6,6%), Στερεά Ελλάδα (6,3%), Βόρειο Αιγαίο (5,4%) και Κρήτη (4,5%) το ποσοστό ανεργίας το β’ τρίμ. 2026 είναι χαμηλότερο από το εθνικό ποσοστό (7,9%).

Τέλος, η πραγματική παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 2,7%, αν και η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο αυξήθηκε κατά 1,1%, γεγονός που θέτει το ερώτημα κατά πόσον η σχετική απόκλιση αντανακλά μεταβολές στις ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο ή ζητήματα καταγραφής.
Συμπερασματικά, η καλή πορεία της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζεται στο χαμηλό ποσοστό ανεργίας, στο χαμηλό αριθμό ανέργων – που προσεγγίζουν τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα τους – και στον σημαντικό περιορισμό του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά παραμένουν οι χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής αγοράς εργασίας, δηλαδή η χαμηλή συμμετοχή των νέων και των γυναικών στην αγορά εργασίας καθώς και χαμηλός αριθμός απασχολουμένων συγκριτικά με τα προ κρίσης επίπεδα.

Ανάλυση των παρεμβάσεων οικονομικής πολιτικής

Οι παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ 2026 επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, καθώς και στη στήριξη της στέγασης, της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων. Το πακέτο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις για μισθωτούς και συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και επιχειρήσεις, καθώς και μέτρα για την αγορά κατοικίας και το ενεργειακό κόστος.

Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση, το δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί εκτιμάται σε €605 εκατ. το 2026 και €2,2 δισ. το 2027. Παράλληλα, μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως έχουν πρόσθετο κόστος €940 εκατ. το 2026 και €2,8 δισ. το 2027. Συνεπώς, το συνολικό ετήσιο κόστος των παρεμβάσεων που θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία ανέρχεται σε περίπου €5 δισ. το 2027. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εξ ολοκλήρου νέα δημοσιονομική επέκταση, καθώς σημαντικό μέρος του αφορά ήδη αποφασισμένα και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη ενσωματωμένα στον δημοσιονομικό σχεδιασμό μέτρα.

Από μακροοικονομική σκοπιά, η επίδραση του πακέτου θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σύνθεση και τον χρόνο εφαρμογής των παρεμβάσεων. Τα μέτρα που αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα αναμένεται να στηρίξουν περισσότερο την ιδιωτική κατανάλωση, ιδίως όταν αφορούν ομάδες με υψηλότερη οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενώ οι παρεμβάσεις σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και στέγαση λειτουργούν περισσότερο μέσω της ρευστότητας, της χρηματοδότησης και της επενδυτικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, εάν στα νέα μέτρα ύψους €2,2 δισ. εφαρμοζόταν ένας βραχυχρόνιος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής της τάξης του 0,35–0,65, η δυνητική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2027 θα μπορούσε να κινηθεί περίπου μεταξύ 0,25 και 0,45 ποσοστιαίων μονάδων, με κεντρική εκτίμηση κοντά στις 0,35 π.μ. Ωστόσο, η καθαρή πρόσθετη επίδραση σε σχέση με το υφιστάμενο μακροοικονομικό σενάριο ενδέχεται να είναι χαμηλότερη, στον βαθμό που μέρος των μέτρων έχει ήδη ληφθεί υπόψη στις προβλέψεις.

Προκλήσεις και προοπτικές

Συμπερασματικά, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με ανθεκτικότητα της κατανάλωσης και τόνωση των επενδύσεων από το ΤΑΑ.

Με δεδομένη την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον (γεωστρατηγικές τριβές, αυξήσεις επιτοκίων, επιμένων πληθωρισμός – ιδίως λόγω ενέργειας) που αποτελούν καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη τα επόμενα τρίμηνα, είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η υλοποίηση του ΤΑΑ που παρέχει μία αντικυκλική προστασία. Μετά τη λήξη του ΤΑΑ, η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων παραμένει ο βασικότερος στόχος της οικονομικής πολιτικής για τη διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης. Η διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και η αντιμετώπιση της εμμένουσας ελλειμματικότητας του εξωτερικού ισοζυγίου θα απαιτήσουν επιπλέον δράση.

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies