Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει σημαντική απόσταση από την κρίση. Αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη, η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί και η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει αποκατασταθεί. Η πρόοδος είναι υπαρκτή, όπως και το νέο όριο που διαμορφώνεται.
Για το 2027, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν ανάπτυξη 1,6% και 1,7% αντίστοιχα, ενώ ο ΟΟΣΑ 2%, εκτιμήσεις που αποτελούν σαφή προειδοποίηση για το μέλλον.
Παράλληλα με την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, η οικονομία εμφανίζει επίμονο πληθωρισμό, υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και περιορισμένη πραγματική σύγκλιση με την ΕΕ σε εισόδημα και παραγωγικότητα. Η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την εγχώρια παραγωγική δυνατότητα. Μέρος της μετατρέπεται σε εισαγωγές, ενώ οι ανεπαρκείς υποδομές, η ενεργειακή εξάρτηση, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και η χαμηλή τεχνολογική ένταση αυξάνουν το κόστος.
Η ανάπτυξη, χωρίς αντίστοιχη διεύρυνση της προσφοράς, αρχίζει να παράγει τις δικές της ανισορροπίες.
Το εξωτερικό έλλειμμα δεν αποτελεί απλώς λογιστική συνέπεια της επενδυτικής ανάκαμψης.
Αποκαλύπτει ότι η χώρα εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο μέρος του εξοπλισμού, της ενέργειας και της τεχνολογίας που χρειάζεται.
Αντίστοιχα, ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο εισαγόμενο φαινόμενο. Τροφοδοτείται και από περιορισμούς στην παραγωγή, δυσλειτουργίες του ανταγωνισμού και ανελαστική προσφορά σε κρίσιμες αγορές, από τη στέγη έως τα τρόφιμα. Γι’ αυτό η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιδόματα ή προσωρινές παρεμβάσεις στις τιμές. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα πόρων, αλλά κυρίως η ικανότητα μετατροπής τους σε διατηρήσιμη παραγωγική ισχύ.
Το Ταμείο Ανάκαμψης κινητοποίησε επενδύσεις. Δεν απέδωσε, όμως, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ως προς τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και τον μετασχηματισμό του οικονομικού υποδείγματος.
Επιλογές στον σχεδιασμό και στην κατανομή των πόρων, η περιορισμένη σύνδεση με εγχώριες αλυσίδες αξίας, η άνιση πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η υψηλή εισαγωγική εξάρτηση περιόρισαν το αποτύπωμά του. Αφετηρία πρέπει να αποτελέσει ένα δεσμευτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, με κλαδικές προτεραιότητες και μετρήσιμους στόχους για την εγχώρια προστιθέμενη αξία, τις εξαγωγές, την παραγωγικότητα, την ποιοτική απασχόληση και την περιφερειακή διάχυση των επενδύσεων. Βιομηχανία, αγροδιατροφή, ενέργεια, τεχνολογία και σύγχρονες υπηρεσίες δεν χρειάζονται αποσπασματικές ενισχύσεις, αλλά πολυετείς επενδυτικές συμφωνίες, σταθερούς κανόνες και σύνδεση των επιχειρήσεων με εγχώρια δίκτυα προμηθευτών.
Πρώτος πυλώνας πρέπει να είναι η σύνδεση κάθε δημόσιας ενίσχυσης με συγκεκριμένα και ελέγξιμα αποτελέσματα. Δημόσιοι πόροι και φορολογικά κίνητρα οφείλουν να υπηρετούν την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, την έρευνα και την πράσινη τεχνολογία, τις σταθερές θέσεις εργασίας και τη συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις αλυσίδες αξίας.
Δεύτερος πυλώνας είναι η χρηματοδότηση και η θεσμική ικανότητα. Τράπεζες και Αναπτυξιακή Τράπεζα μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, με εγγυήσεις, εργαλεία επιμερισμού κινδύνου και αξιολόγηση επιχειρηματικών σχεδίων αντί της αποκλειστικής εξάρτησης από εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Χωρικός σχεδιασμός, ταχύτερη οικονομική δικαιοσύνη, σύγχρονα δίκτυα ενέργειας και μεταφορών και δημόσιες προμήθειες καινοτομίας αποτελούν παραγωγική πολιτική, όχι διοικητικές λεπτομέρειες.
Τρίτος πυλώνας είναι οι δεξιότητες, ο ανταγωνισμός και η δίκαιη κατανομή. Απαιτείται σταθερή συνεργασία κράτους, πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και εργαζομένων, διαρκής κατάρτιση, κίνητρα επιστροφής επιστημόνων και ισχυρή ρύθμιση των αγορών.
Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με συμπίεση μισθών ή διεύρυνση ολιγοπωλιακών προσόδων.
Αυξάνεται με τεχνολογία, καλύτερη οργάνωση και δίκαιη συμμετοχή των εργαζομένων στα οφέλη. Η στρατηγική αυτή χρειάζεται σταθερό μηχανισμό παρακολούθησης, δημόσια αξιολόγηση και ανακατεύθυνση πόρων όταν οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται. Η λογοδοσία δεν περιορίζει την αναπτυξιακή πολιτική. Την προστατεύει από την πελατειακή κατανομή χρηματοδοτήσεων και ενισχύει την κοινωνική της νομιμοποίηση. Η δημοσιονομική σταθερότητα παραμένει προϋπόθεση, όχι τελικός προορισμός.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα αναπτύσσεται η οικονομία, αλλά αν συγκλίνει πραγματικά με την ΕΕ, τι παράγει, ποιους εντάσσει στην παραγωγή και αν κατανέμει με δίκαιο τρόπο την αξία που δημιουργεί.
*Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ























![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [8ο Μέρος]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/taxes-scaled-1-1024x732-1-1-1.jpg)

















