Ένα κομβικό στοιχείο στο ευρύτερο σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ για την επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία είναι μια πρόταση που θα ανέτρεπε εκ θεμελίων την αμερικανική ενεργειακή πολιτική ετών. Η Ευρώπη, σύμφωνα με την πρόταση των ΗΠΑ, θα πρέπει να επιστρέψει στο καθεστώς αγοράς μεγαλύτερων ποσοτήτων ρωσικού φυσικού αερίου — μια κίνηση που θα αποτελούσε οικονομική ανάσα για τη Μόσχα και θα της παρείχε ανανεωμένη επιρροή στην περιοχή.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των NYT που επικαλούνται πηγές που γνωρίζουν το θέμα, οι ειδικοί απεσταλμένοι του Ντόναλντ Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, έχουν θέσει την πρόταση στις συνομιλίες με Ουκρανούς -και στον ίδιο τον Ζελένσκι- και Ευρωπαίους αξιωματούχους, υποστηρίζοντας ότι για να δελεάσουν τη Ρωσία ώστε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, το Κίεβο θα πρέπει να εξετάσει την επανεκκίνηση των αγωγών ρωσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Δυσφορία ευρωπαίων αξιωματούχων
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που συμμετείχαν στις συνομιλίες αντέδρασαν με έντονη δυσφορία στην ιδέα, η οποία θα ακύρωνε τις προσπάθειες ετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την υποστήριξη της Ουάσινγκτον, να απαλλαγεί από το ρωσικό αέριο.
Ωστόσο, τα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ βλέπουν τις ρωσικές εξαγωγές αερίου ως πιθανό μέρος μιας ειρηνευτικής διευθέτησης, δεδομένων των εσόδων που θα εισέρρεαν στην Ουκρανία και της αναπόφευκτης —κατά την εκτίμησή τους— επιθυμίας των Ευρωπαίων ψηφοφόρων για φθηνότερη ενέργεια, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Αυτή η απουσία συντονισμού αναδεικνύει τον ασυνήθιστο —και, κατά τους επικριτές, θανάσιμα ελαττωματικό— χαρακτήρα της ανανεωμένης διπλωματικής προσπάθειας του Τραμπ για τον τερματισμό της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Αντί, όπως γράφουν οι NYT, να ασκήσει πίεση στον Πούτιν ή να προσπαθήσει να ενισχύσει την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας, η αμερικανική κυβέρνηση αφιέρωσε σημαντικό χρόνο διερευνώντας οικονομικά κίνητρα για τη Ρωσία και θέτοντάς τα στις συνομιλίες με την Ευρώπη και την Ουκρανία.
Σε δήλωσή του, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι ο πόλεμος «εκτοξεύει τις τιμές της ενέργειας σε όλη την Ευρώπη και προκαλεί σημαντική οικονομική δυσπραγία τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία».
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται στενά με την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους εταίρους μας πάνω σε μια ολοκληρωμένη ειρηνευτική πρόταση που περιλαμβάνει οικονομικά κίνητρα τόσο για τη Ρωσία όσο και για την Ουκρανία στο πλαίσιο μιας τελικής διευθέτησης», αναφέρεται στη δήλωση. «Ο στόχος μας δεν είναι απλώς να τερματίσουμε τις μάχες, αλλά να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια διαρκή ειρήνη, οικονομική ανάκαμψη και μεγαλύτερη σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή».
Υπενθυμίζεται πως την Παρασκευή, ο Ντόναλντ Τραμπ εξαίρεσε τη Ρωσία από νέες κυρώσεις που ψήφισε το Κογκρέσο, μία εβδομάδα μετά την άρση των κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ, μία από τις πιο σημαντικές κινήσεις του μέχρι σήμερα για τη χαλάρωση της οικονομικής πίεσης στη Ρωσία. Ο οικονομικός απεσταλμένος του Πούτιν, Κίριλ Ντμίτριεφ, περιέγραψε τη συμφωνία για το ντίζελ ως την αρχή μόνον αυτών που θα μπορούσαν να προκύψουν από τις συνομιλίες του με τους απεσταλμένους του Τραμπ.
«Πιστεύω ότι στο εγγύς μέλλον θα ανακοινώσουμε ορισμένες σημαντικές πρωτοβουλίες», δήλωσε ο κ. Ντμίτριεφ σε ενεργειακό συνέδριο στη Μόσχα την Παρασκευή. «Ο πάγος τελικά έσπασε».
Ο ίδιος ανέφερε ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες συζητούν ένα ευρύ φάσμα έργων, συμπεριλαμβανομένων κέντρων δεδομένων που θα λειτουργούν με ρωσική πυρηνική ενέργεια. Η πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Lukoil σε μια επενδυτική ομάδα στην οποία συμμετέχει η αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί επίσης μέρος των συνομιλιών, έγραψαν πρόσφατα οι New York Times.
Όμως η πρόταση για επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη, την οποία Κούσνερ και Γουίτκοφ βλέπουν ως πιθανή ενσωμάτωση σε μια τελική ειρηνευτική συμφωνία, ενδέχεται να είναι το πιο τολμηρό και διχαστικό μέρος του σχεδίου: Για τις αμερικανικές εταιρείες, θα μπορούσε να σημαίνει μείωση της ζήτησης για αμερικανό LNG στην Ευρώπη, ενώ για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, θα μπορούσε να ενισχύσει τους λαϊκιστές πολιτικούς που ήδη πιέζουν για τερματισμό της βοήθειας προς την Ουκρανία και ανανέωση των δεσμών με τη Ρωσία.
Ο Ζελένσκι από την πλευρά του, οποίος έχει επιτεθεί στον Τραμπ τις τελευταίες ημέρες επειδή περιέκοψε την υποστήριξη προς την Ουκρανία και κάνει συμφωνίες με τον Πούτιν, αφήνει υπονοούμενα για τις διαπραγματεύσεις σε συνέντευξή του στους FT λέγοντας μεταξύ άλλων: «Το ερώτημα θα είναι πότε θα γίνει η επόμενη συμφωνία. Ίσως να είναι το αέριο. Σίγουρα θα είναι το αέριο».
Ο Nord Stream 2
Καθώς ο Λευκός Οίκος αναζητά τρόπους για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία και ενώ ο Τραμπ δέχεται αντιδράσεις για τις υψηλές τιμές ενέργειας ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, η κυβέρνηση εξετάζει όλο και περισσότερο συμφωνίες που θα διευκόλυναν τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας.
Η παροχή της δυνατότητας στη Ρωσία να επανεκκινήσει τις εξαγωγές αερίου προς την Ευρώπη, ανέφεραν στους NYT εμπλεκόμενες πηγές, είναι ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που συζητείται από τους Κούσνερ και Γουίτκοφ. Οι απεσταλμένοι θεωρούν τις εξαγωγές αυτές ως ένα από τα οικονομικά κίνητρα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διευθέτησης, η οποία θα περιλαμβάνει διαπραγματεύσεις για τις μελλοντικές σχέσεις Ρωσίας-ΝΑΤΟ, εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία και μια συμφωνία για τον εδαφικό έλεγχο.
Ορισμένοι Ευρωπαίοι και Ουκρανοί αξιωματούχοι αναμένουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες να διεκδικήσουν μερίδιο στις ρωσικές εξαγωγές αερίου, παρέχοντας σε αμερικανικές εταιρείες ή στην αμερικανική κυβέρνηση ποσοστό από τα κέρδη, σύμφωνα με πηγές που έχουν γνώση των συνομιλιών.
Ένας αμερικανός επενδυτής, ο Στίβεν Π. Λιντς, επιδίωξε να αγοράσει τον ρωσικό υποθαλάσσιο αγωγό φυσικού αερίου προς τη Γερμανία, Nord Stream 2, ο οποίος υπέστη δολιοφθορά, ήδη από την εποχή της κυβέρνησης Μπάιντεν. Ο αμερικανικός έλεγχος του αγωγού, υποστήριξε, θα ωφελούσε τα αμερικανικά συμφέροντα και την ευρωπαϊκή ασφάλεια όταν, αργά ή γρήγορα, αποκατασταθούν οι ροές ρωσικού αερίου μέσω αυτού.
Ο επενδυτής δήλωσε ότι επί του παρόντος δεν συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις για τον Nord Stream και δεν διαθέτει άδεια από το υπουργείο Οικονομικών για να εμπλακεί. Ωστόσο, το θέμα του Nord Stream έχει ανακύψει στις συζητήσεις μεταξύ των ΗΠΑ και Ρωσίας, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Το πρακτορείο Reuters ανέφερε πρόσφατα ότι Αμερικανοί και Ρώσοι αξιωματούχοι συζήτησαν την εισαγωγή ενός αμερικανού επενδυτή στον Nord Stream. Ο Λευκός Οίκος, ωστόσο, σε ανακοίνωσή του, ισχυρίστηκε ότι ο Nord Stream δεν αποτελεί «αντικείμενο πρόσφατων συζητήσεων». Πρόσθεσε δε ότι «οποιαδήποτε ρύθμιση τον αφορά θα απαιτούσε στενό συντονισμό με τους ευρωπαίους εταίρους μας ως μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής συμφωνίας».
Μία από τις πηγές που γνωρίζουν τις συνομιλίες δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί την επανεκκίνηση του υποθαλάσσιου αγωγού ως «εύκολο στόχο» στην περίπτωση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι μπορεί να έχουν αποκηρύξει δημόσια το ρωσικό αέριο, ανέφερε η ίδια πηγή, αλλά οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι, όπως και οι Αμερικανοί, θα θελήσουν τελικά φθηνότερη ενέργεια. Η άποψη αυτή φαίνεται πως απηχεί τη θέση του Κρεμλίνου, δεδομένου ότι ο Ντμίτρι Πεσκόφ, ανέφερε σχετικά με τις συνομιλίες για το αέριο: «Η επανέναρξη της ενεργειακής συνεργασίας σε οποιαδήποτε μορφή είναι προς το συμφέρον μας, αλλά αυτήν τη στιγμή, μπορεί να είναι ακόμη περισσότερο προς το συμφέρον των ίδιων των Ευρωπαίων».
Αντιστέκεται η Γερμανία
Η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντίστασης ενάντια στην επανεκκίνηση των ρωσικών αγωγών φυσικού αερίου, παρόλο που η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού αερίου πριν από τον πόλεμο. Όταν το θέμα τέθηκε εκ νέου στις συνομιλίες για την Ουκρανία που πραγματοποιήθηκαν στη Φλόριντα την περασμένη εβδομάδα, ο Γκύντερ Ζάουτερ, ο κορυφαίος σύμβουλος ασφαλείας του καγκελάριου Μερτς, εμφανίστηκε εντόνως αρνητικός, σύμφωνα με πηγές.
Ευρωπαίος αξιωματούχος που γνωρίζει τη στάση των Γερμανών δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι το ρωσικό αέριο που πωλείται μέσω ενδιάμεσου δεν είναι διαφορετικό από το αέριο που προέρχεται απευθείας από τη Ρωσία — και επομένως παραμένει απαγορευτικό στο πλαίσιο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.
Το ενεργειακό κόστος της Γερμανίας έχει εκτοξευθεί στα ύψη από το 2022, και νυν και πρώην Γερμανγοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η εκ νέου αγορά ρωσικού αερίου θα μειώσει τις τιμές αυτές. Ωστόσο, τονίζουν ότι μια τέτοια κίνηση θα κοστίσει ακριβά στη Γερμανία και στην Ευρώπη σε όρους ασφαλείας, καθιστώντας τις ευάλωτες σε μια μελλοντική διακοπή της παροχής αερίου από τη Μόσχα.
Όμως οι γερμανοί ηγέτες δέχονται πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας για τον πόλεμο — και ειδικότερα για τις εισαγωγές φυσικού αερίου. Η γερμανική ακροδεξιά AfD που με τη λαϊκιστική δημαγωγία της παίρνει προβάδισμα σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, προτείνει την ανανέωση των εισαγωγών ρωσικού αερίου ως τρόπο καταπολέμησης του πληθωρισμού και ενίσχυσης της γερμανικής οικονομίας. Στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, όπου το AfD εξέλεξε αυτόν τον μήνα τον πρώτο ακροδεξιό πρόεδρο τοπικού κοινοβουλίου στη Γερμανία από το 1945, οι νομοθέτες ενέκριναν αυτή την εβδομάδα ένα αμιγώς συμβολικό μέτρο που καλεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να τερματίσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και να σταματήσει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία. Οι αντιπρόσωποι του AfD υπερψήφισαν το νομοσχέδιο, μαζί με βουλευτές από ένα φιλορωσικό κόμμα που ιδρύθηκε από πρώην στέλεχος της Αριστεράς, τη Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW).
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν όλο και περισσότερο για τα παρόμοια μηνύματα που προέρχονται από τα λαϊκιστικά κόμματα των χωρών τους, τον Τραμπ και το Κρεμλίνο. Ο Μερτς και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν ασκήσει δημόσια κριτική στην άρση των κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ από τον Τραμπ, τονίζοντας ότι η κίνηση αυτή διέσπασε την εκστρατεία οικονομικής πίεσης της Δύσης κατά της Μόσχας.





























