Οι δημοσκοπήσεις και τα στοιχήματα στις αγορές προβλέψεων υποδηλώνουν αυξημένη πιθανότητα επικράτησης των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου των ΗΠΑ, αναφέρει σε ειδική της ανάλυση η Citigroup, εκτιμώντας πως τα παραπάνω έχουν ήδη ενσωματωθεί σε μεγάλο από τις αγορές και για αυτό θα πρέπει να εξεταστούν δύο ενδεχόμενα:
Το πρώτο, είναι οι Ρεπουμπλικανοί να επιτύχουν καλύτερο αποτέλεσμα από το αναμενόμενο και να διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, καθώς σε κρίσιμες πολιτείες οι δημοσκοπήσεις βρίσκονται εντός του περιθωρίου σφάλματος.
Το δεύτερο, είναι οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν περισσότερες έδρες στη Γερουσία από όσες αναμένονται, ενδεχομένως 53 ή και περισσότερες. Στην πρώτη περίπτωση, αναμένεται ώθηση για τις μετοχές έως το τέλος του έτους. Στη δεύτερη, η ανησυχίες πλέον για τις εκλογές του 2028 θα μπορούσαν να προκαλέσουν πρόσθετη πίεση στις αποτιμήσεις, ενόψει της πιθανότητας υψηλότερων φορολογικών συντελεστών. Ο προϋπολογισμός, το ανώτατο όριο χρέους, η χρηματοδότηση του ελλείμματος και οι φορολογικοί συντελεστές θα βρεθούν στο προσκήνιο ενόψει του 2027.
Το σενάριο επικράτησης των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες πιθανότητες, οι οποίες βάση των στοιχημάτων στην αγορά προβλέψεων Kalshi, αυξάνονται από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, παραμένει εφικτό το σενάριο οι Ρεπουμπλικανοί να διατηρούν τη Γερουσία.

Πώς οι ενδιάμεσες εκλογές θα επηρεάσουν την αγορά
Για την αμερικανική τράπεζα, το αποτέλεσμα τελικά των ενδιάμεσων εκλογών είναι απίθανο να έχει άμεση επίδραση στα θεμελιώδη μεγέθη. Πιθανότερες είναι οι μεταβολές του επενδυτικού κλίματος εν αναμονή της πολιτικής που θα ασκηθεί. «Βλέπει» την δυνατότητα ανόδου των χρηματιστηριακών αγορών εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τη Γερουσία σε πολλές περιπτώσεις οι διαφορές βρίσκονται εντός του περιθωρίου σφάλματος. Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα θα αποτελούσε έναν οριακά αρνητικό παράγοντα για την αγορά, αλλά η έκταση της νίκης έχει σημασία, όπως και το αποτέλεσμα στο Τέξας.
«Εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν 235 ή περισσότερες έδρες στη Βουλή και 53 ή περισσότερες στη Γερουσία, πιθανότατα θα χρειαστεί να σταθμίσουμε σοβαρότερα την πιθανότητα υψηλότερων εταιρικών φόρων, καθώς και πλήρους επικράτησης των Δημοκρατικών στις εκλογές του 2028», καταλήγει η τράπεζα.
ΗΠΑ: Το αδιέξοδο υπερτονίζεται
Για την Rothschild & Co, στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, είτε επικρατήσει ένα ισχυρό «μπλε κύμα» είτε ένας πιο «ήπιος κυματισμός» υπέρ των Δημοκρατικών, μεγάλο μέρος της ατζέντας της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, της απορρύθμισης και της εξωτερικής πολιτικής, θα συνεχίσει να καθορίζεται από την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Παρ’ όλα αυτά, οι επιπτώσεις ενός μεγαλύτερου πολιτικού αδιεξόδου στις αγορές πιθανότατα υπερεκτιμώνται. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία, μεταπολεμικά, ο S&P 500, σημειώνει κέρδη 12 μήνες μετά τις ενδιάμεσες εκλογές κατά μέσο όρο περίπου 15%, έναντι 9% σε μια τυπική δωδεκάμηνη περίοδο.
Αντίστοιχα, η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από το κόμμα του προέδρου, είτε προκύπτει διαιρεμένος έλεγχος είτε όχι, δεν έχει αποτελέσει απειλή για τις αγορές, αν και στην περίπτωση του διαιρεμένου ελέγχου το εύρος των αποτελεσμάτων υπήρξε μεγαλύτερο.
Οι πιο αδύναμες χρονιές μετά τις ενδιάμεσες εκλογές επηρεάστηκαν από κλυδωνισμούς άσχετους με την ψηφοφορία: το χρηματιστηριακό κραχ του 1987, η υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ΗΠΑ το 2011 και η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος το 2015.
Όπως εκτιμά πάντως ούτε ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, ούτε ένα Κογκρέσο με διαιρεμένο έλεγχο είναι πιθανό να εκτροχιάσει την αναπτυξιακή πορεία της αμερικανικής οικονομίας, η οποία στηρίζεται σε έναν εταιρικό τομέα που συνεχίζει να καταγράφει κέρδη ρεκόρ, σε έναν ανθεκτικό Αμερικανό καταναλωτή και στην αναζωογόνηση της μεταποίησης που βρίσκεται στα πρώτα της στάδια.
Ακόμη και το ενδεχόμενο μιας πιο περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, παράλληλα με την άνοδο των αμερικανικών επιτοκίων, η οποία πάντως συντελείται σταδιακά, δείχνει διαχειρίσιμη. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη μάλιστα συνεχίζεται και αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που διαμορφώνει και το επενδυτικό κλίμα.






































