Τα στοιχεία από το μέτωπο του πληθωρισμού, εκτός του ότι προκαλούν μεγάλη ανησυχία αλλά και προβλήματα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, έχουν κλονίσει το κύρος των κεντρικών τραπεζών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού: Federal Reserve και ΕΚΤ επέμεναν το περασμένο έτος στο αφήγημα για προσωρινό πληθωρισμό, το οποίο διαψεύστηκε…

Πλέον, υιοθετούν διαφορετική ρητορική και ετοιμάζονται για πιο επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, το πόσο επιθετικές θα είναι οι παρεμβάσεις διαφέρει μεταξύ Fed και ΕΚΤ.

Οι αγορές προεξόφλησαν αρχικά αύξηση των επιτοκίων στις Ηνωμένες Πολιτείες από φέτος, και από του χρόνου στην ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, ο πληθωρισμός του Ιανουαρίου στις ΗΠΑ, αλλά και οι αναθεωρήσεις των προβλέψεων από την Κομισιόν, αλλάζουν τα στοιχήματα: Πλέον, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές βλέπουν αύξηση έως και πενήντα μονάδες βάσης τον Μάρτιο από την Fed, και άνοιγμα του κύκλου αύξησης των επιτοκίων από τη ΕΚΤ φέτος.

Επιφυλάξεις από την Λαγκάρντ

Σε μια προσπάθεια να ρίξει τους τόνους, που έχουν αρχίσει να εκφράζονται από κεντρικούς τραπεζίτες μεταξύ των οποίων και ο επικεφαλής της Bundesbank, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα έβλαπτε την ανάκαμψη της οικονομίας, εάν βιαστεί να συσφίξει τη νομισματική της πολιτική.

Διαβάστε επίσης- Πληθωρισμός και γεωπολιτικές εντάσεις φέρνουν πιο κοντά την αύξηση επιτοκίων

Η αύξηση των επιτοκίων «δεν θα έλυνε κανένα από τα τρέχοντα προβλήματα», είπε χαρακτηριστικά στο Redaktionsnetzwerk Deutschland, προσθέτοντας ωστόσο, ότι η ΕΚΤ «θα ενεργήσει εάν χρειαστεί». Και επανέλαβε ότι ότι η ευρωζώνη δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλες μεγάλες περιοχές.

«Η οικονομία των ΗΠΑ έχει υπερθερμανθεί, ενώ η οικονομία μας απέχει πολύ από αυτό», είπε. «Γι’ αυτό μπορούμε — και πρέπει — να προχωρήσουμε πιο προσεκτικά. Δεν θέλουμε να πνίξουμε την ανάκαμψη».

«Ο πληθωρισμός μπορεί να αποδειχθεί υψηλότερος από ό,τι είχαμε προβλέψει τον Δεκέμβριο», είπε η Λαγκάρντ. «Θα το αναλύσουμε τον Μάρτιο και θα πράξουμε αναλόγως».

Η Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι ο πληθωρισμός είναι πιθανό να υπερβεί τον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα μόνο εάν οι μισθοί υπερβούν «σημαντικά και επίμονα» αυτό το επίπεδο.

Λάθος προβλέψεις

«Δεν το βλέπουμε καθόλου αυτή τη στιγμή», είπε. «Στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, οι μισθολογικές απαιτήσεις είναι πολύ μέτριες».
Ερωτηθείσα γιατί η ΕΚΤ απέτυχε να προβλέψει το πρόβλημα των υψηλών τιμών της ενέργειας, η κ. Λαγκάρντ απάντησε:

«Δεν ήμασταν οι μόνοι. Μόλις πριν από δύο χρόνια υπήρχε τόσο πολύ πετρέλαιο που τα δεξαμενόπλοια παρατάχθηκαν στα λιμάνια. Και οι αγοραστές λάμβαναν πραγματικά χρήματα εάν αγόραζαν πετρέλαιο. Αυτή η κατάρρευση της ζήτησης ήταν άνευ προηγουμένου – όπως και, λίγο αργότερα, η ανάκαμψη της ζήτησης και οι γεωπολιτικές ανατροπές, που έχουν οδηγήσει σε άνοδο των τιμών. Στην πραγματικότητα, καμία από αυτές τις κινήσεις δεν θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί ορθολογικά».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αντιπρόεδρος

Ο Λουίς ντε Γκίντος, μιλώντας στο Γερμανικό Συμπόσιο του London School of Economics, υπογράμμισε ότι ο πληθωρισμός αυξήθηκε απότομα τους τελευταίους μήνες και αιφνιδίασε περαιτέρω τον Ιανουάριο, φτάνοντας το 5,1%.

«Αυτό οφείλεται κυρίως στο υψηλότερο ενεργειακό κόστος που ανεβάζει τις τιμές σε πολλούς τομείς, καθώς και από τις υψηλότερες τιμές των τροφίμων. Ο πληθωρισμός είναι πιθανό να παραμείνει υψηλός για περισσότερο από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως, αλλά θα υποχωρήσει στη διάρκεια του τρέχοντος έτους», εκτίμησε.

Το βασικό σενάριο

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ, αυτό είναι το βασικό σενάριο, ωστόσο υπάρχουν ανοδικοί κίνδυνοι. Τονίζει μάλιστα, ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί υψηλότερος εάν οι πιέσεις των τιμών οδηγήσουν σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες αυξήσεις των μισθών ή εάν η οικονομία επιστρέψει σε πλήρη δυναμικότητα πιο γρήγορα από ό,τι είχε προβλεφθεί.

Η νομισματική πολιτική

Αναφερόμενος στη νομισματική πολιτική, υπενθύμισε ότι στη συνεδρίαση του Φεβρουαρίου το Διοικητικό Συμβούλιο επιβεβαίωσε τις αποφάσεις που ελήφθησαν στη συνεδρίαση της νομισματικής πολιτικής τον περασμένο Δεκέμβριο.

Ευελιξία

Έσπευσε ωστόσο, να τονίσει ότι ενόψει του σημερινού υψηλού επιπέδου αβεβαιότητας, χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ να διατηρήσουμε την ευελιξία και την επιλογή κατά την άσκηση της νομισματικής πολιτικής: «Είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε όλα τα μέσα μας, ανάλογα με την περίπτωση, για να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα» είπε.

Γιατί η ΕΚΤ είναι αλλιώς…

Ορισμένες άλλες κεντρικές τράπεζες είτε έχουν ήδη αυξήσει τα επιτόκια είτε έχουν δηλώσει ότι θα το κάνουν σύντομα. Ωστόσο, τα πράγματα για την ΕΚΤ είναι αλλιώς: Κάνοντας συγκρίσεις, αξίζει να θυμόμαστε ότι η ζώνη του ευρώ βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο του οικονομικού κύκλου, όπως ακριβώς ήταν όταν ξεκίνησε η πανδημία. Επομένως, σύμφωνα πάντα με τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ, είναι φυσικό οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο να μην αρχίσουν απαραίτητα να αυξάνουν τα επιτόκια ταυτόχρονα. Καθοδηγούμαστε από τους όρους καθοδήγησής μας προς τα εμπρός και θα ενεργήσουμε εάν και όταν πληρούνται.

Γροθιά στο στομάχι του Πάουελ

Τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο ήρθαν σαν «γροθιά στο στομάχι» για την Federal Reserve, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα για επιθετική αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης τον Μάρτιο, δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Citi Research.

«Αυτά τα δεδομένα για τον πληθωρισμό σήμερα ήρθαν σαν μια γροθιά στο στομάχι για τον Τζέι Πάουελ και τους συναδέλφους του», είπε ο Νέιθαν Σετς στο «Squawk Box Asia» του CNBC την Παρασκευή, αναφερόμενος στον πρόεδρο της Fed.

Οι οικονομολόγοι της Citi αναμένουν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα προχωρήσει σε πιο επιθετική αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης, κατά τη συνεδρίαση του Μαρτίου.

Η τράπεζα προχώρησε στην πρόβλεψη αυτή μετά την άνοδο του δείκτη τιμών καταναλωτή του Ιανουαρίου κατά 7,5% σε ετήσια βάση, από 7% τον Δεκέμβριο.

Οι οικονομολόγοι της Wall Street ανέμεναν αύξηση 25 μονάδες βάσης για τον Μάρτιο. Πράγματι, μόλις στις 28 Ιανουαρίου, η Citi έκανε λόγο για πέντε αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης το 2022, ξεκινώντας από τον επόμενο μήνα.

Διαβάστε επίσης – Fed: Ο πληθωρισμός ξύπνησε τα «γεράκια» – Πόσο θα αυξηθούν τα επιτόκια

Ωστόσο, η αγορά συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης της Fed αρχίζει πλέον να προεξοφλεί μια αύξηση των επιτοκίων κατά μισή μονάδα στη συνεδρίαση του επόμενου μήνα μετά την έκθεση για τον πληθωρισμό και τα επιθετικά σχόλια του προέδρου της Federal Reserve του St. Louis, Τζειμς Μπούλαρντ. Ο Μπούλαρντ είπε στο Bloomberg News ότι θα ήθελε να δει μια πλήρη αύξηση 100 μονάδων βάσης ή μια συνολική αύξηση των επιτοκίων κατά 1% μέχρι τον Ιούλιο.

Η Goldman, η BoFA προβλέπουν επτά αυξήσεις

Μετά τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό, η Goldman Sachs είπε ότι αυξάνει την πρόβλεψή της για να συμπεριλάβει «επτά διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσεις» σε κάθε συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς το 2022. Η επενδυτική τράπεζα είχε προβλέψει προηγουμένως πέντε αυξήσεις για το έτος.

«Θα μπορούσαμε να φανταστούμε το FOMC να συμπεράνει ότι ακόμη και ένας ουσιαστικός κίνδυνος για ένα αποτέλεσμα τόσο σοβαρό όσο μια σπείρα μισθών-τιμών απαιτεί μια πιο επιθετική και άμεση απάντηση», πρόσθεσαν.

Ακόμη και πριν βγουν τα στοιχεία για τον πληθωρισμό, η Bank of America προέβλεψε ότι η Fed θα ξεκινήσει μια επιθετική εκστρατεία αύξησης των επιτοκίων από φέτος. Οι οικονομολόγοι της αναμένουν επτά αυξήσεις των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης το 2022, ακολουθούμενες από άλλες τέσσερις το επόμενο έτος.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή
Ευρωπαϊκή Ένωση: Πιέσεις στη Γερμανία για κοινό δανεισμό ως ανάχωμα στην ενεργειακή κρίση
Διεθνή |

Πιέσεις στη Γερμανία για κοινό δανεισμό στην ΕΕ ως ανάχωμα στην ενεργειακή κρίση

Στην άτυπη συνάντησή τους την Παρασκευή, οι ηγέτες της ΕΕ πρόκειται να ζητήσουν από την Κομισιόν να επεξεργαστεί πρόταση για την επιβολή ανώτατου ορίου στις τιμές του φυσικού αερίου