Νέα απειλή ο ασυγκράτητος εφησυχασμός!

Λόγος και αντίλογος στις χαρωπές διαπιστώσεις και προβλέψεις της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος σε «μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας»

Νέα απειλή ο ασυγκράτητος εφησυχασμός!

Όλοι (παγκοσμίως, ευρωπαϊκώς και εγχωρίως), πλην της ελληνικής κυβέρνησης και οίκων αξιολόγησης της οικονομίας ανησυχούν κάθε ημέρα και  εντονότερα και προειδοποιούν   εκκωφαντικότερα  ότι η νέα ενεργειακή κρίση, που τροφοδοτείται τώρα από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αποτελεί κεντρικό παράγοντα νέου κινδύνου για την ευρωζώνη και χώρες (όπως και η Ελλάδα) με υψηλή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Και όλοι σχεδόν, πλην της ελληνικής κυβέρνησης και διεθνών οίκων που αξιολογούν ανέκαθεν σχεδόν και πυκνότερα το 2026 την ελληνική οικονομία, προέβησαν σε έστω και ελαφρό «ψαλίδισμα» των πρότερων προβλέψεών τους για την εξέλιξη βασικών μεγεθών και, ιδιαίτερα, του ρυθμού ανάπτυξης το 2026. Μάλιστα, στις 7 Απριλίου, πριν από τρεις ημέρες, η UBS (σημειώνω δεν είναι μεταξύ των τεσσάρων επιλέξιμων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα  οίκων αξιολόγησης, δηλαδή μεταξύ των  DBRS,  Moody’s, S&P και Fitch) «ψαλίδισε» ακόμα περισσότερο τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη στην  Ευρωζώνης το 2026, εκτιμώντας ότι το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 0,8% το 2026 και στο 1,2% το 2027, μειωμένο κατά 0,5 και 0,2 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Έως τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό η ελληνική κυβέρνηση δεν αναθεώρησε τις προβλέψεις του περασμένου Δεκεμβρίου στον κρατικό προϋπολογισμό για ανάπτυξη 2,4% το 2026 προφανώς διότι  κρίνει, όπως και οι οίκοι αξιολόγησης πριν από δέκα περίπου ημέρες και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας με τη έκθεσή του για το 2025 που έδωσε  στη δημοσιότητα στις 6 Απριλίου 2026, επαναλαμβάνοντας τα γνωστά, ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας. Στην παραπάνω έκθεση τονίζει δυνατά  για να ακούσουν η κυβέρνηση και οι οίκοι αξιολόγησης ότι «μέσα σε αυτό το αβέβαιο, σύνθετο και ασταθές διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν» (περισσότερα πιο κάτω).

Μάλιστα, στις 7 Απριλίου, πριν από τρεις ημέρες, η UBS (σημειώνω δεν είναι μεταξύ των τεσσάρων επιλέξιμων ότι  από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα  οίκων αξιολόγησης, δηλαδή  DBRS,  Moody’s,S&P και Fitch) «ψαλίδισε» ακόμα περισσότερο τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη στην  Ευρωζώνης το 2026, εκτιμώντας ότι το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 0,8% το 2026 και στο 1,2% το 2027, μειωμένο κατά 0,5 και 0,2 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, προς πρόσθετη ικανοποίηση της κυβέρνησης, του κ. Στουρνάρα και των οίκων αξιολόγησης που το αφήγημα της υπεροχής της ελληνικής «ισχυρής ανάπτυξης» σε σύγκριση με την Ευρωζώνη θα γίνει ακόμα πιο έντονο!

Πάντως, η σύγκλιση των αρχικών προβλέψεων πριν από την κρίση, δηλαδή  κατά  περίοδο ενός σταθερού διεθνούς περιβάλλοντος, είναι εκπληκτική: Η κυβέρνηση, όπως προανέφερα,  τοποθετούσε την ανάπτυξη στο 2,4% για το 2026, η Κομισιόν στο 2,2%, ο ΟΟΣΑ κοντά στο 2,1%, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εμφανιζόταν πιο συντηρητικό, προβλέποντας ανάπτυξη στο 2%, ενώ οι σημερινές αφορούν κυρίως  την περίοδο μετά το 2027 έως το … 2035! Σημειώνεται ότι και η Τράπεζα της Ελλάδος αναθεώρησε ελαφρά (από 2,1% σε 1,9%» τον ρυθμό ανάπτυξης το 2026 και στα ίδια περίπου επίπεδα  και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ.

Γιατί όμως αυτή η εκπληκτική σύγκλιση προβλέψεων κυβέρνησης, Τράπεζας της Ελλάδος και οίκων αξιολόγησης και μάλιστα με αφηγήματα ωραιοποιημένων συγκρίσεων με το… κάκιστο παρελθόν, το… 2010, για παράδειγμα, τα οποία, ωστόσο, στη συνέχεια θανάτωσαν τη χώρα και την οικονομία; Την απάντηση δίνει πάλι ο κ. Στουρνάρας στην έκθεσή του για το 2025:

«Τρία στοιχεία αποτελούν τα κλειδιά για το επίπεδο των αξιολογήσεων αυτών (σημείωση δική μου: αναφορά σε σειρά αξιολογήσεων από τους παραπάνω οίκους). Πρόκειται για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την ταχύτητα μείωσης του δημοσίου χρέους. Ο ρυθμός ανάπτυξης κινείται σταθερά πάνω από το 2% (με πρόβλεψη για 2,4% το 2026) σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα του ΜΟ της Ευρωζώνης. Το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού υπερέβη σημαντικά, για ακόμη ένα έτος, το 2025 τις προβλέψεις αγγίζοντας το 3,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2026 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,8% του ΑΕΠ με τις πρώτες προβλέψεις να το ανεβάζουν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Στην αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους παρουσιάζεται επίσης σημαντική επιτάχυνση καθώς προβλέπεται να μειωθεί από το 145,9% του ΑΕΠ το 2025, στο 138,2% του ΑΕΠ το 2026 με προοπτική να πέσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ (στο 119%) το 2019. Σημαντική είναι η συμβολή των πρόωρων αποπληρωμών του χρέους…»

Όλα αυτά (κι ακόμα περισσότερα) λέγονται  για τα χθεσινά που η τιμή του πετρελαίου από 60-65 δολάρια το βαρέλι το 2025 σήμερα ξεπέρασε τα 110 δολάρια το βαρέλι και όχι για όσα ίσως πάλι εφιαλτικά πρόδρομα σημάδια αφήνει και η νέα ενεργειακή  με την τιμή του πετρελαίου να έχει ξεπεράσει τα 110 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή μνα έχει σχεδόν διπλασιαστεί! Τα χθεσινά να γνωρίζουν οι ΄Έλληνες πολίτες από το γνωστό κυβερνητικό αφήγημα και τις ανακοινώσεις με τις οποίες το ενισχύει ο κ. Στουρνάρας. Περίμεναν ενημέρωση από τον κ. Στουρνάρα για το αύριο της ελληνικής οικονομίας μετά μάλιστα τη διαβεβαίωση με την οποία έκλεισε την ομιλία στη γενική συνέλευση των μετόχων στις 6 Απριλίου 2026. « Η Τράπεζα της Ελλάδος», τόνισε, « μετεξελίσσεται σε έναν καινοτόμο και εξωστρεφή οργανισμό, θέτοντας τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στον πυρήνα της λειτουργίας της… Το 2026 προδιαγράφεται έτος σημαντικών προκλήσεων, καθιστώντας την προσήλωση σε υπεύθυνες οικονομικές πολιτικές πιο επιτακτική από ποτέ. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα συνεχίσει να επιτελεί με συνέπεια και αξιοπιστία τον θεσμικό της ρόλο…»

Πάντως, από την  εμπειρία των οικονομικών κρίσεων που κάλυψα ως δημοσιογράφος από το 1973 έως σήμερα  διαπιστώνω ότι κορυφαίο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι οι προβλέψεις (οι οποίες πάντα γίνονται από τις ελληνικές κυβερνήσεις και από διεθνείς οργανισμούς, αλλά ουδέποτε επαληθεύονται!), αλλά οι … προβληματικές προβλέψεις και, φυσικά, οι πραγματοποιήσεις λόγω των αδυναμιών και πλημμελειών κατάρτισης και εκτέλεσης των κρατικών προϋπολογισμών, όπως πολλές φορές έχω επισημάνει. Ακόμα και μετά την εφαρμογή μετά το 2024 του μεγαλεπήβολου Νέου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Ορθολογικής Δημοσιονομικής Διαχείρισης! Το πρόβλημα δεν είναι … ενεργειακό, όπως καταδεικνύεται από διαχρονικά στοιχεία, αλλά … πολιτικό. Απλώς, το ενεργειακό κόστος, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, οι χρηματοπιστωτικές και υγειονομικές κρίσεις αποκαλύπτουν  την κορυφή του παγόβουνου του εφησυχασμού, ο οποίος ανευθύνως  επιλέγεται για κομματικές σκοπιμότητες και για κάλυψη των τεράστιων διαχρονικών διαρθρωτικών προβλημάτων που καταλείπει κάθε φορά η δειλία για προώθηση πραγματικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με τη γνωστή πρωθυπουργική επωδό (ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης) για… διαχρονικές παθογένειες»!

Έτσι, για μιαν ακόμα φορά ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται να είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως των παθημάτων που προκάλεσαν τα ίδια «μαγικά» τερτίπια εφησυχασμού  σε όλη την επταετία του 2000 με αποτέλεσμα η χρηματοπιστωτική και ενεργειακή λαίλαπα να καταδείξει το 2009 όλη τη γύμνια  των ωραιοποιήσεων! Τότε η ταπεινότητά μου (συγχωρήστε με για την προσωπική αναφορά) ματαίως επεσήμανα σε άρθρα και βιβλία μου όσα ακριβώς  έγιναν τότε και το 2020 και συμβαίνουν και σήμερα και τρομάζω:

«Οι παράγοντες που συνέβαλαν και στη νέα κρίση είναι πάλι οι διεθνείς τιμές ρεκόρ του πετρελαίου και η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το κλίμα είχε αλλάξει σημαντικά. Διότι οι αβεβαιότητες στο ευρωπαϊκό και διεθνές οικονομικό περιβάλλον, οι οποίες είχαν αρχίσει να επηρεάζουν την ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνονταν από τις δυσμενείς προβλέψεις της έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και των εκθέσεων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις εξελίξεις στη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομία. Οι αβεβαιότητες αυτές είναι πάλι υψηλές και η ύφεση πάλι συγχρονισμένη».

Έτσι, η χώρα μας  εμφανιζόταν να απειλείται από νέα οικονομική δίνη, διότι, όπως σήμερα, δεν προωθούνταν έγκαιρα οι περιβόητες διαρθρωτικές αλλαγές για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την απελευθέρωση κεφαλαίων για την προώθηση μεγάλων έργων υποδομής, τη δημιουργία μεγάλων επιχειρηματικών μονάδων, την προστασία του καταναλωτή, την ενίσχυση  της νέας τεχνολογίας, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, που προτείνει σήμερα, ύστερα από … 18 χρόνια ο κ. Στουρνάρας στην παραπάνω έκθεσή του.

Είναι απογοητευτική η διαπίστωση ότι σήμερα που το διεθνές περιβάλλον γίνεται  δυσμενές για την ελληνική οικονομία, που o επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας  στο τελευταίο Eurogroup ανέφερε ότι ακόμη και εάν ο πόλεμος τελείωνε αύριο οι επιπτώσεις θα μας ακολουθούσαν για μήνες, που το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ προειδοποιούν ότι η κλιμάκωση της κρίσης οδηγεί σε υψηλότερες τιμές ενέργειας και τροφίμων και σε χαμηλότερη παγκόσμια ανάπτυξη, που μεγάλες οικονομίες να αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους, επηρεάζοντας άμεσα και την Ελλάδα μέσω εμπορίου και τουρισμού, στην Ελλάδα να συνεχίζεται το προ κρίσης  ίδιο αυτοθαυμαζόμενο «αφήγημα».

Ο μέγας νέος εφησυχασμός…

Από την παραπάνω έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος  κράτησα και παραθέτω προς σχολιασμό μερικές σημειώσεις που αφορούν ωραιοποιημένες διαπιστώσεις  για «τις εξελίξεις που διαμόρφωσαν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η ελληνική οικονομία το 2025, διατηρώντας τη θετική δυναμική της»:

-Ο ρυθμός ανάπτυξης διατηρήθηκε στο 2,1%, καταγράφοντας για πέμπτο συνεχόμενο έτος επίδοση υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

– Η σύνθεση της ανάπτυξης παρουσίασε ποιοτική αναβάθμιση, καθώς η συμβολή των επενδύσεων υπερέβη εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης.

-Οι επενδύσεις διατήρησαν την ανοδική τους πορεία, με τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ να ανέρχεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών, συμβάλλοντας στη σταδιακή κάλυψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης περιόδου.

-Η αγορά εργασίας συνέχισε τη θετική πορεία της και το 2025, με το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί στο 8,9%, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών.

-Το 2025 το χρέος εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με το 2024, στο 146% – το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010.

… και ο αντίλογος

Για την ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας, που αποτελούν τον πυρήνα  της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως μας διαβεβαιώνει ο κ. Στουρνάρας, γυρίζω  πίσω σε μερικές  σελίδες με στατιστικά στοιχεία για αντίστοιχο αντίλογο:

Πρώτον, και στο βαθύ παρελθόν και ιδιαίτερα την περίοδο 1977 -1990 καθώς και στην επταετία του 2000 ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν (με ελάχιστες εξαιρέσεις) υψηλότερος από τον αντίστοιχο στην ΕΟΚ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την Ευρωζώνη, αλλά ουδέποτε έφτασε στο σημερινό κατάντημα να είναι τελευταία η Ελλάς (μαζί τώρα με τη Βουλγαρία με 68 του μέσου ευρωπαϊκού όρου!) στον πίνακα των χωρών ης Ευρωζώνης σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης και δεύτερη σε φτώχεια, ενώ τότε ήταν … πέμπτη!

Δεύτερον, μία φορά (και μάλιστα οριακά)  το 2025, ύστερα από … 20 χρόνια, η συμβολή των επενδύσεων υπερέβη εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης και βγήκε αμέσως το συμπέρασμα (σε πείσμα του δελφικού «μηδέν άγαν») για «ποιοτική αναβάθμιση της σύνθεσης της ανάπτυξης», μολονότι στην ίδια έκθεση (σελίδα 88) επισημαίνεται  ότι «η πραγματική ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε βασική συνιστώσα της ανάπτυξης το 2025 καταγράφοντας άνοδο 2,0%, έναντι 2,4% το 2024, καθώς υποστηρίχθηκε από την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών».  Υπενθυμίζω ότι την πρώτη τριετία του 2000, όταν ο κ. Στουρνάρας, ως σύμβουλος της τότε κυβέρνησης Σημίτη συνέβαινε το ίδιο και μάλιστα με ισχυρότερη  θετική  επίδραση των επενδύσεων στο ΑΕΠ, καθώς είχαν παρουσιάσει αύξηση  κατά 4,8%, 9,5% και 11,8%  το 2001, 2002 και 2003 αντίστοιχα και ότι, όπως επισημαίνεται στη μνημειώδη έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος «Το Χρονικό της Μεγάλης Κρίσης», το μοντέλο αυτό  ήταν στρεβλό. Και τότε, το διαθέσιμο εισόδημα και η αύξηση του ιδιωτικού και δημόσιου  δανεισμού τροφοδοτούσε την κατανάλωση, η οποία μέχρι το 2007 αυξανόταν   με ρυθμούς ταχύτερους  από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης,  δεν διευρύνθηκε η παραγωγική βάση, ενώ η ανταγωνιστικότητα υποχωρούσε. Όλο αυτό το στρεβλό μοντέλο ή προβλήματα, που προϋπήρχαν, αλλά παραβλέπονταν  (όπως δυστυχώς και σήμερα)  με τον αλλήθωρο εφησυχασμό, τα ανέδειξε με οξύτητα  το 2009.

Τρίτον, συνεχίζεται η (βολική) επιλογή για συγκρίσεις του χειρότερου (έως τότε) έτους όλων των εποχών, του 2010 ή ακόμα χειρότερα του 2011, όταν δεν είχε μείνει τίποτε όρθιο στην ελληνική οικονομία. Το 2025 οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 17,6%  και το 2011 ήταν 15,3%, έναντι  πάνω από 20% στην Ευρωζώνη. Το 2008 και το «επάρατο» 2009 ήταν 23,8% και 20,8% αντίστοιχα. Παρατηρεί κανείς καμιά σταδιακή  κάλυψη του επενδυτικού κενού;;

Τέταρτον,   συνεχίζεται το κυβερνητικό αφήγημα  με επιλογή του 2010 ως έτους σύγκρισης για «τη συνέχιση της θετικής πορείας και της εργασίας». Το 2008 η ανεργία ήταν 7,8%, το 2009 ήταν 9,6% και το 2010 ήταν 12,7% και τα επόμενα χρόνια στα … ουράνια και, πάντως, εσαεί (με εξαίρεση την περίοδο 1977 – 1995!) υψηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό όρο! Και σήμερα!

Πέμπτον, συνέχεια με σύγκριση του χρέους του 2025 (146% του ΑΕΠ) με το αντίστοιχο πάλι του 2010 , το οποίο ήταν στα ίδια περίπου επίπεδα (146,2% του ΑΕΠ) κι όχι  του 2009 που ήταν 126,7% του ΑΕΠ και ούτε του 2008 που ήταν 109,4% του ΑΕΠ. Αλλά, πέρα από τη λεπτομέρεια αυτή από το 2010 έως και σήμερα (το 2025) το ελληνικό χρέος κατέλαβε την πρώτη θέση στον πίνακα των χωρών της Ευρωζώνης ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ πριν από την κρίση ήταν δεύτερο, με πρώτο το ιταλικό χρέος. Όσον αφορά το χρέος  σε απόλυτους αριθμούς (δισ. ευρώ) είναι περιττό να αναφερθεί ότι  αποτελεί δυσβάσταχτο βάρος της χώρας («άχθος αρούρης» όπως θα έλεγε και ο Όμηρος, Ιλιάς, Ραψωδία Σ) με το δυσθεώρητο ύψος στο οποίο βρίσκεται, παρά το ποσό από το «κούρεμα» της ιδιωτικής περιουσίας 52,1 δισ. ευρώ που διατέθηκε τάχα για μείωσή του το 2012, λίγο πριν γίνει υπουργός Οικονομικών ο κ. Στουρνάρας!

Και οι χαρωπές προβλέψεις

Πάντως, παρακάμπτοντας όλα τα  άλλα «θετικά» που διαπιστώνει ότι  έγιναν τα «τελευταία χρόνια» στις εξαγωγές (υψηλότερη επίδοση των τελευταίων τριών ετών), στην αγορά εργασίας (αποκλιμάκωση της στενότητας, ευελιξία κλπ), ανταγωνιστικότητα σε κόστος εργασίας (βελτίωση), διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα (βελτίωση στο … φορολογικό πλαίσιο, τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος και την ίδρυση νέων επιχειρήσεων), ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (αισθητή μείωση του ελλείμματος, αλλά σε υψηλό επίπεδο), ξένες επενδύσεις (ανοδική πορεία) και, φυσικά, στις δημοσιονομικές εξελίξεις «οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών και της συνολικής σταθερότητας της οικονομίας, η θετική δυναμική των τελευταίων ετών συνεχίστηκε και το 2025» και «σαφή ένδειξη υπεύθυνης άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής και ενισχύουν περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας» κλπ,  για να παραθέσω και τις εξίσου χαρωπές «προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την πορεία της οικονομίας το προσεχές διάστημα με  αφετηρία τις παραπάνω εξελίξεις που αποτυπώνουν τη θέση από την οποία εισέρχεται η ελληνική οικονομία στη νέα περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας»

-Σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα.

-Παρά τον μετριασμό του ρυθμού μεγέθυνσης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι η ζώνη του ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης.

-Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.

-Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με κάπως ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

-Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.

-Η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, εξαιτίας της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων στο κόστος από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

-Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Αντίθετα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, υποχωρώντας στο 3,0%, ως αποτέλεσμα -της σταδιακής επιβράδυνσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών.

-Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον.

-Από τη μια πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.

-Στον δημοσιονομικό τομέα, η ισχυρή διαρθρωτική θέση της χώρας παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της νέας κρίσης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.

OT Originals
Περισσότερα από Opinion

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies