Η προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ενισχύσει την παραγωγή κρίσιμων ορυκτών μέσω της ρύθμισης των τιμών αντιμετωπίζει τη δυσπιστία των συμμάχων μελών της G7 και μια διχασμένη μεταλλευτική βιομηχανία.
Οπως φαίνεται, οι διαπραγματεύσεις για ένα δυτικό εμπορικό μπλοκ σκοντάφτουν λόγω ανησυχιών σχετικά με το κόστος και τη διακυβέρνηση του σχεδίου, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές και μια ανάλυση του Reuters σχετικά με τις συστάσεις εταιρικής πολιτικής.
Προτεινόμενο για πρώτη φορά από τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς τον Φεβρουάριο, το εμπορικό μπλοκ στοχεύει να βοηθήσει τη Δύση να απογαλακτιστεί από την Κίνα, η οποία έγινε ο μεγαλύτερος παραγωγός ορυκτών στον κόσμο λειτουργώντας με ζημία και μειώνοντας τις τιμές για τα δομικά στοιχεία των ημιαγωγών, των διακομιστών υπολογιστών, του στρατιωτικού εξοπλισμού και μυριάδων άλλων προϊόντων.
Οι τεχνητά χαμηλές τιμές του κοβαλτίου, του λιθίου, του νικελίου και άλλων ορυκτών έχουν δυσχεράνει τον ανταγωνισμό για τους δυτικούς ανταγωνιστές στον τομέα της εξόρυξης, εμποδίζοντας νέες επενδύσεις και οδηγώντας ορισμένες εταιρείες σε χρεοκοπία — μια τακτική που το Πεκίνο έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα σε άλλους κλάδους.
Ο εμπορικός συνασπισμός, όπως έχει σχεδιαστεί, θα διερευνήσει τη στήριξη των τιμών, τα πρότυπα της αγοράς, τις επιδοτήσεις ή τις εγγυημένες αγορές για να ενθαρρύνει και να στηρίξει οικονομικά την παραγωγή σε πολλές χώρες. Τα μέτρα θα μπορούσαν να επιβληθούν μέσω «ρυθμιζόμενων δασμών για τη διατήρηση της ακεραιότητας των τιμών», δήλωσε τότε ο Βανς.
Επί του παρόντος, πολλά εξειδικευμένα ορυκτά που είναι κρίσιμα για την τεχνολογία και την άμυνα διαπραγματεύονται εξωχρηματιστηριακά με ελάχιστη διαφάνεια και συνδέονται με τις κινεζικές τιμές, οι οποίες de facto καθορίζουν την παγκόσμια αγορά λόγω της κυρίαρχης παραγωγής της Κίνας.
Τα μέλη της G7 έχουν αντιταχθεί στον Αμερικανό Εμπορικό Εκπρόσωπο Τζέιμσον Γκρίρ σε ιδιωτικές διαπραγματεύσεις και έχουν δείξει επιφυλάξεις ως προς την ιδέα ο συνασπισμός να βασίζεται σε ένα σύστημα τιμών που προέρχεται από ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης του Πενταγώνου, σύμφωνα με πηγές που επικαλειται το Reuters.
Οι βασικές ανησυχίες επικεντρώνονται στο ποιος θα πληρώσει την επιπλέον χρέωση για τα ορυκτά, πόσο χαμηλά στην αλυσίδα εφοδιασμού θα πρέπει να φτάνουν αυτές οι επιδοτήσεις και πώς θα λειτουργεί η διακυβέρνηση, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Τιμές στα κρίσιμα ορυκτά με τεχνητή νοημοσύνη
Η αμερικανική εξορυκτική βιομηχανία είναι διχασμένη ως προς τα μέτρα που ο Γκριρ θα πρέπει να πιέσει τους συμμάχους να υποστηρίξουν, μια διαφωνία που είναι εμφανής από τις περισσότερες από 230 δημόσιες προτάσεις που έστειλαν στο γραφείο του Γκριρ διάφορες εταιρείες εξόρυξης, διύλισης και οι πελάτες τους, τις οποίες εξέτασε το Reuters.
Το σχέδιο της αμερικανικής πρότασης, το οποίο καταρτίστηκε με τη χρήση ενός προγράμματος τιμολόγησης τεχνητής νοημοσύνης που δημιουργήθηκε από την Υπηρεσία Προηγμένων Ερευνητικών Προγραμμάτων Άμυνας (DARPA) του Πενταγώνου, έχει παραδοθεί στον Λευκό Οίκο και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, ενώ οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ αναμένεται να ενημερώσουν τους συμμάχους της G7 για το περιεχόμενό του κατά την προσεχή συνάντηση, σύμφωνα με αμερικανικό αξιωματούχο.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και εκπρόσωποι της βιομηχανίας δήλωσαν ότι επιθυμούν να μελετήσουν τον αντίκτυπο των μέτρων στήριξης των τιμών σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο, αντί να δεσμευτούν σε γρήγορες συμφωνίες — σε αντίθεση με τους πιο βιαστικούς Αμερικανούς.









![Συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν: Τα βασικά σημεία του Μνημονίου (MoU) [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/DINER-at-EVIAN-G7-300x300.jpg)



![Συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν: Τα βασικά σημεία του Μνημονίου (MoU) [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/DINER-at-EVIAN-G7.jpg)























