Tα νέα μέτρα της Ινδίας για την αντιμετώπιση ιστοσελίδων που πλαστογραφούν γνωστές εμπορικές επωνυμίες ενδέχεται να καταστήσουν το διαδίκτυο λιγότερο ασφαλές για τις νόμιμες επιχειρήσεις και να δημιουργήσουν επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο προειδοποιεί η μεγαλύτερη εταιρεία καταχώρισης διαδικτυακών ονομάτων χώρου (domain names) στον κόσμο, η GoDaddy, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι έχει εντείνει τις προσπάθειές της για την καταπολέμηση της διαδικτυακής απάτης, καθώς η εκρηκτική αύξηση της χρήσης smartphones και του διαδικτύου συνοδεύτηκε από έξαρση των ηλεκτρονικών εγκλημάτων. Μόνο το 2025 οι ινδικές αρχές κατέγραψαν περίπου 2,4 εκατομμύρια καταγγελίες για κυβερνοαπάτες, με τις εκτιμώμενες ζημιές να φτάνουν τα 2,4 δισ. δολάρια.
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από αγωγές που κατέθεσαν από το 2019 περισσότερες από 20 μεγάλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Amazon, η McDonald’s, η Microsoft, η Xiaomi και η Colgate-Palmolive, οι οποίες κατήγγειλαν ότι ψεύτικες ιστοσελίδες χρησιμοποιούσαν τα εμπορικά τους σήματα για εξαπάτηση καταναλωτών, όπως η πώληση ανύπαρκτων δικαιωμάτων franchise.

Η Ινδία μπλοκάρει εκατοντάδες ιστοσελίδες
Τον περασμένο Δεκέμβριο, δικαστήριο του Νέου Δελχί διέταξε το μπλοκάρισμα περισσότερων από 1.100 ιστοσελίδων. Ωστόσο, η απόφαση δεν περιορίστηκε εκεί. Ο δικαστής επέβαλε νέους κανόνες που, σύμφωνα με ειδικούς στη διακυβέρνηση του διαδικτύου, αλλάζουν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς των domain names.
Μεταξύ άλλων, οι εταιρείες καταχώρισης δεν θα μπορούν πλέον να προσφέρουν αυτόματα δωρεάν προστασία προσωπικών στοιχείων στους κατόχους domain, ενώ θα υποχρεώνονται να γνωστοποιούν τα στοιχεία των πελατών τους μέσα σε 72 ώρες σε οποιονδήποτε αποδεικνύει ότι έχει «έννομο συμφέρον». Παράλληλα, θα πρέπει να απορρίπτουν την καταχώριση ονομάτων χώρου που αποτελούν παραλλαγές προστατευμένων εμπορικών σημάτων.
Η GoDaddy έχει προσφύγει κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο στην Ινδία, υποστηρίζοντας ότι οι νέοι κανόνες απειλούν τόσο την ιδιωτικότητα όσο και τη λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος domain names.
Στα δικαστικά της έγγραφα, τα οποία επικαλείται το Reuters, η αμερικανική εταιρεία υποστηρίζει ότι η κατάργηση της προστασίας προσωπικών δεδομένων ως προεπιλεγμένης επιλογής θα οδηγήσει στη δημοσιοποίηση ονομάτων, διευθύνσεων, τηλεφώνων και ηλεκτρονικών διευθύνσεων νόμιμων ιδιοκτητών ιστοσελίδων, εκθέτοντάς τους σε κινδύνους όπως παρενόχληση, στοχοποίηση και ηλεκτρονικές επιθέσεις.
Παράλληλα, τονίζει ότι τα ονόματα χώρου λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι σε εθνικό, γεγονός που σημαίνει ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να την υποχρεώσει να εφαρμόζει τους περιορισμούς της Ινδίας σε διεθνές επίπεδο.

Αδύνατο να διακριθεί το έννομο συμφέρον
Η εταιρεία υποστηρίζει επίσης ότι είναι πρακτικά αδύνατο να κρίνει ποιος διαθέτει πραγματικά «έννομο συμφέρον» ώστε να λάβει τα στοιχεία ενός κατόχου domain μέσα στην προθεσμία των 72 ωρών που προβλέπει η δικαστική απόφαση.
Σύμφωνα με τα έγγραφα της έφεσης, οι οδηγίες αυτές είναι «εμπορικά αποσταθεροποιητικές» και ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και εταιρείες του κλάδου στην αποχώρησή τους από την Ινδία.
Η GoDaddy υποστηρίζει ακόμη ότι οι νέοι κανόνες συγκρούονται τόσο με την ινδική νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων όσο και με τον ευρωπαϊκό κανονισμό GDPR, οι οποίοι βασίζονται στην αρχή της προστασίας της ιδιωτικότητας εξ ορισμού («privacy by default»).
Την ίδια άποψη συμμερίζεται και η ερευνήτρια θεμάτων διακυβέρνησης του διαδικτύου Φαρζανέχ Μπαντί, η οποία δήλωσε στο Reuters ότι η δημοσιοποίηση των στοιχείων δεν θα πλήξει τους επιτήδειους, αλλά κυρίως δημοσιογράφους, ακτιβιστές, μικρές επιχειρήσεις και ιδιώτες.
Η GoDaddy αμφισβητεί ακόμη και την απαγόρευση καταχώρισης παραλλαγών εμπορικών σημάτων. Όπως υποστηρίζει, η λέξη «McDonald» αποτελεί κοινό σκωτσέζικο επώνυμο και η πλήρης απαγόρευση χρήσης της θα δημιουργούσε ουσιαστικά μονοπώλιο σε μια λέξη με ιστορική και γλωσσική σημασία. Αντίστοιχα, επισημαίνει ότι η προστασία της συντομογραφίας «HUL» της ινδικής θυγατρικής της Unilever θα μπορούσε να επηρεάσει περισσότερες από εκατό αγγλικές λέξεις που περιέχουν τα ίδια γράμματα.
Η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της σκληρότερης στάσης της κυβέρνησης Μόντι απέναντι στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Τα τελευταία χρόνια, το Νέο Δελχί έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με εταιρείες όπως η Meta, η Google, η X και το Telegram, κατηγορώντας τις ότι δεν λαμβάνουν επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση παράνομου ή επιβλαβούς περιεχομένου.
Η έφεση της GoDaddy, καθώς και αντίστοιχες προσφυγές ανταγωνιστών της, όπως οι Namecheap και Hosting Concepts, αναμένεται να εξεταστούν από το Ανώτατο Δικαστήριο του Δελχί στις 16 Ιουλίου. Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο τη λειτουργία των εταιρειών καταχώρισης domain στην Ινδία, αλλά και τους κανόνες διαχείρισης του διαδικτύου διεθνώς.

































