Ο τουρισμός είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Φέρνει δισεκατομμύρια ευρώ στη χώρα, στηρίζει την απασχόληση, κρατά ζωντανές ολόκληρες περιοχές και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές εξαγωγικών εσόδων. Ωστόσο, ο τουρισμός εξακολουθεί να έχει σχετικά λίγα πράγματα υψηλής προστιθέμενης αξίας δίπλα του.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ο τουρισμός παρήγαγε άμεσα στην Ελλάδα 15,1 δισ. ευρώ το 2024, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,3% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ενώ απασχολούσε περίπου 614.000 ανθρώπους ή το 14,4% της συνολικής απασχόλησης.
Η αναντιστοιχία μεταξύ απασχόλησης και παραγόμενης αξίας γίνεται ακόμη πιο καθαρή στα στοιχεία της Eurostat. Στην Ελλάδα, τα καταλύματα και η εστίαση αντιστοιχούσαν στο 20,7% των εργαζομένων της επιχειρηματικής οικονομίας, αλλά μόλις στο 8,4% της προστιθέμενης αξίας της. Πρόκειται για έναν κλάδο εξαιρετικά σημαντικό για την απασχόληση, αλλά όχι για έναν κλάδο που μπορεί μόνος του να απογειώσει την παραγωγικότητα. Και χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας δύσκολα μπορούν να υπάρξουν σε βάθος χρόνου πραγματικά υψηλότεροι μισθοί.
Το καλύτερο αντεπιχείρημα σε όσους θεωρούν ότι η κριτική στο ελληνικό παραγωγικό μοντέλο σημαίνει υποτίμηση του τουρισμού βρίσκεται στην Ισπανία.
Η χώρα υποδέχθηκε το 2025 96,8 εκατ. διεθνείς τουρίστες. Ο τουρισμός αντιστοιχεί περίπου στο 6% του ΑΕΠ και στο 13,4% της απασχόλησης. Είναι δηλαδή μια τουριστική υπερδύναμη.
Όμως η Ισπανία δεν είναι μόνο ξενοδοχεία και εστιατόρια. Διαθέτει ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία, φαρμακοβιομηχανία, αεροδιαστημική δραστηριότητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και έναν πανίσχυρο κλάδο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ανάλογη είναι η περίπτωση της Πορτογαλίας, όπου ο τουρισμός αντιστοιχούσε το 2024 στο 8,1% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και σχεδόν στο 48% των εξαγωγών υπηρεσιών. Και εκεί, όμως, το ζητούμενο είναι η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και η προσέλκυση επενδύσεων σε περισσότερο παραγωγικούς κλάδους.
Το πρόβλημα της Ελλάδας αποτυπώνεται και στις επισημάνσεις του ΟΟΣΑ. Ο Οργανισμός έχει συνδέσει τη χαμηλή ελληνική παραγωγικότητα με το μεγάλο βάρος δραστηριοτήτων σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και η γεωργία, και το μικρότερο βάρος κλάδων όπως η μεταποίηση και οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερο τουρισμό. Χρειάζεται περισσότερη οικονομία πέρα από τον τουρισμό. Περισσότερη μεταποίηση, φαρμακοβιομηχανία, τεχνολογία, έρευνα, καινοτομία και εξαγώγιμες υπηρεσίες υψηλής αξίας. Και ταυτόχρονα χρειάζεται έναν τουρισμό που θα παράγει μεγαλύτερη αξία ανά επισκέπτη και ανά εργαζόμενο.








































