Από τα πρώτα κέντρα της Lamda Hellix έως το giga project ΔΕΗ–AWS, η ελληνική αγορά data centers περνά σε νέα φάση ανάπτυξης, με επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ισχυρό ανταγωνισμό και επίκεντρο την ενέργεια, τη συνδεσιμότητα και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η γεωγραφική της θέση, η πρόσβαση σε διεθνή υποθαλάσσια καλώδια, η βελτίωση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και η διαθεσιμότητα ενεργειακών υποδομών έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον διεθνών ομίλων, όπως η Digital Realty, η Microsoft, η Data4 και η Amazon Web Services.
Στην αγορά δραστηριοποιούνται επίσης ελληνικές εταιρείες, όπως η Lancom, ενώ η ΔΕΗ επιχειρεί να αξιοποιήσει το ενεργειακό της αποτύπωμα και τις εκτάσεις της Δυτικής Μακεδονίας για να εξελιχθεί σε σημαντικό παίκτη στον χώρο των data centers.
Η νέα συμφωνία της ΔΕΗ με την AWS για την ανάπτυξη εγκατάστασης ισχύος 300 MW στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης αποτελεί, μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο έργο που έχει ανακοινωθεί στην Ελλάδα. Παράλληλα, η προοπτική επέκτασης έως το 1 GW τοποθετεί το project σε διαφορετική κλίμακα από τα περισσότερα υφιστάμενα και υπό ανάπτυξη κέντρα δεδομένων της χώρας.
Η αγορά σε αριθμούς
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική αγορά παραμένει μικρότερη σε μέγεθος από τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, αλλά αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό. Σύμφωνα με το Data Center Atlas, στην Ελλάδα καταγράφονται 22 εγκαταστάσεις data centers, από τις οποίες περίπου 20 εμφανίζονται ως λειτουργικές, ενώ επιπλέον δυναμικότητα περίπου 90 MW βρίσκεται στον σχεδιασμό ή υπό ανάπτυξη.
Άλλη καταγραφή της Enterprise Greece αναφέρει ότι η χώρα διαθέτει 18 data centers, με 11 εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, πέντε στη Θεσσαλονίκη και από μία στην Κρήτη και τη Θεσσαλία. Η απόκλιση μεταξύ των αριθμών οφείλεται κυρίως στη διαφορετική μεθοδολογία καταγραφής, καθώς άλλες βάσεις δεδομένων υπολογίζουν ξεχωριστά τα κτίρια, τα campuses ή τις υποδομές που βρίσκονται σε κατασκευή.
Ουσιαστικά, η αγορά των data centers διακρίνεται σε τρία βασικά επίπεδα: τις εγκαταστάσεις colocation και carrier-neutral, που φιλοξενούν επιχειρήσεις, τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και cloud υποδομές, τα hyperscale data centers, τα οποία σχεδιάζονται για πολύ μεγάλες ανάγκες υπολογιστικής ισχύος και τις υποδομές edge και cloud, που φέρνουν τις υπηρεσίες πιο κοντά στους τελικούς χρήστες και στις επιχειρήσεις.
Σε αυτό το πλέγμα ένα πράγοντας που έχει προστεθεί είναι η τεχνητή νοημοσύνη που έχει ενισχύσει κατακόρυφα τη ζήτηση για data centers. Τα μοντέλα AI απαιτούν ισχυρούς επεξεργαστές, μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και συστήματα ψύξης υψηλής απόδοσης. Ως αποτέλεσμα, η χωρητικότητα ενός data center δεν μετράται πλέον μόνο σε τετραγωνικά μέτρα, αλλά κυρίως σε διαθέσιμη ηλεκτρική ισχύ, πυκνότητα υπολογισμού και δυνατότητα διασύνδεσης.

Digital Realty: Ο μεγαλύτερος υφιστάμενος παίκτης
Καθοριστικό σημείο για την ελληνική αγορά αποτέλεσε η εξαγορά της Lamda Hellix από την Digital Realty το 2020. Η Lamda Hellix είχε δημιουργήσει τα πρώτα οργανωμένα data centers στην Ελλάδα, ενώ μετά την εξαγορά η Digital Realty ανέπτυξε περαιτέρω το δίκτυό της, συνδέοντας την ελληνική αγορά με το διεθνές οικοσύστημα της εταιρείας.
Στην Αθήνα λειτουργούν τα Athens 1, Athens 2 και Athens 3, ενώ έχουν ανακοινωθεί ή υλοποιούνται επιπλέον εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων το Athens 4 και το Athens 5. Η Digital Realty διαθέτει εγκαταστάσεις στο Κορωπί, σε ένα campus που εξελίσσεται σταδιακά σε βασικό κόμβο φιλοξενίας δεδομένων και διασύνδεσης.
Το Athens 3 αποτέλεσε, κατά τον χρόνο ολοκλήρωσής του, τη μεγαλύτερη εγκατάσταση data center που είχε κατασκευαστεί στην Ελλάδα, με επένδυση που υπολογίστηκε περίπου στα 70 εκατ. ευρώ για την πρώτη φάση. Η συνολική ισχύς των εγκαταστάσεων της Digital Realty στην Αθήνα και των υπό ανάπτυξη έργων έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς η ζήτηση από παρόχους cloud, τηλεπικοινωνιακές εταιρείες και μεγάλες επιχειρήσεις ενισχύεται.
Το Heraklion 1
Η παρουσία της Digital Realty δεν περιορίζεται στην Αττική. Τον Απρίλιο του 2025 τέθηκε σε λειτουργία το Heraklion 1 στην Κρήτη, το πρώτο carrier-neutral data center του νησιού.
Το HER1 έχει αρχική υπολογιστική ισχύ 1 MW και δυνατότητα επέκτασης έως τα 10 MW, ενώ ο ευρύτερος σχεδιασμός προβλέπει δυνατότητα ανάπτυξης έως 6,5 MW εγκατεστημένου φορτίου ΙΤ. Η εγκατάσταση αποτελεί μέρος συνολικής επένδυσης της Digital Realty στην Ελλάδα, η οποία έχει εκτιμηθεί περίπου στα 450 εκατ. ευρώ.
Η σημασία της Κρήτης συνδέεται άμεσα με τη γεωγραφική της θέση. Το νησί βρίσκεται πάνω σε διαδρομές υποθαλάσσιων καλωδίων που συνδέουν την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή, την Ασία και την Αφρική. Η προσαιγιάλωση καλωδιακών συστημάτων, όπως το 2Africa, ενισχύει τη δυνατότητα της Κρήτης να λειτουργήσει ως σημείο ανταλλαγής και διανομής ψηφιακής κίνησης.
Το Heraklion 1 φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως κόμβος για τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, cloud εταιρείες και επιχειρήσεις που χρειάζονται χαμηλή καθυστέρηση και εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς δεδομένων. Στην εγκατάσταση έχουν συνδεθεί ή αναμένεται να συνδεθούν πάροχοι συνδεσιμότητας και καλωδιακά συστήματα, ενισχύοντας τον ρόλο της Κρήτης στον χάρτη των διεθνών δικτύων.

Η διαφοροποιημένη θέση της Sparkle
Από τους… παλαιότερους παίκτες στην ελληνική αγορά data centers είναι και η Sparkle, η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από το 2001 και η οποία δεν είναι απλώς ένας πάροχος χώρων colocation, αλλά τηλεπικοινωνιακός operator με ιδιόκτητα data centers, υποδομές οπτικών ινών, διεθνές backbone και παρουσία σε κρίσιμες διαδρομές υποθαλάσσιων καλωδίων. Με τέσσερα data centers σε Αθήνα και Κρήτη, συνολική ισχύ 13,7 MW και έκταση περίπου 14.000 τ.μ., αποτελεί έναν από τους βασικούς υφιστάμενους παίκτες της αγοράς.
Αυτό το μοντέλο διαφοροποιεί τη Sparkle από εταιρείες που εστιάζουν αποκλειστικά στη λειτουργία εγκαταστάσεων φιλοξενίας servers. Η εταιρεία μπορεί να προσφέρει όχι μόνο χώρο, ισχύ και ασφάλεια για τον εξοπλισμό ενός πελάτη, αλλά και τη σύνδεσή του με τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, cloud πλατφόρμες, Internet Exchanges και διεθνή δίκτυα.
Η ίδια η Sparkle εντάσσει τα ελληνικά data centers στο μεσογειακό της δίκτυο και στο Tier-1 backbone της Seabone, παρέχοντας πρόσβαση σε διεθνείς διαδρομές δεδομένων και σε μεγάλους cloud providers.
Η Sparkle αναφέρει ότι οι εγκαταστάσεις της καλύπτουν συνολικά έκταση περίπου 14.000 τ.μ. και διαθέτουν συνολική ισχύ 13,7 MW. Τα data centers συνδέονται μεταξύ τους μέσω ιδιόκτητου δικτύου οπτικών ινών και εντάσσονται στο ευρύτερο τηλεπικοινωνιακό της δίκτυο.
Η γεωγραφική κατανομή είναι σημαντική. Τα data centers της Αττικής εξυπηρετούν την κύρια επιχειρηματική και τηλεπικοινωνιακή αγορά της χώρας, ενώ η εγκατάσταση στα Χανιά προσθέτει παρουσία σε μια περιοχή με αυξανόμενη σημασία για τα υποθαλάσσια καλώδια και τη διεθνή συνδεσιμότητα.
Η σημασία του δικτύου
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Sparkle δεν είναι μόνο η χωρητικότητα των εγκαταστάσεών της, αλλά η σύνδεσή τους με το ιδιόκτητο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της εταιρείας.
Το ελληνικό δίκτυο της Sparkle, γνωστό ως Aegean Network, αποτελεί τμήμα του μεσογειακού υποθαλάσσιου δικτύου της. Περιλαμβάνει σημεία προσαιγιάλωσης στην Αγία Μαρίνα, στη Βραυρώνα και στα Χανιά, καθώς και σταθμούς προσαιγιάλωσης στο Κορωπί και στα Χανιά.
Το Κορωπί συνδέεται με τα data centers της Μεταμόρφωσης μέσω διπλής οπτικής διαδρομής. Με αυτόν τον τρόπο, η Sparkle μπορεί να προσφέρει προστατευμένη συνδεσιμότητα ανάμεσα στα data centers, αλλά και πρόσβαση στις διεθνείς διαδρομές της Μεσογείου.

Από αριστερά: ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, η Γενική Διευθύντρια της Microsoft Ελλάδας, Κύπρου & Μάλτας, Γιάννα Ανδρονοπούλου, ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος και (τότε) ο υπουργός Επικρατείας, Μάκης Βορίδης
Η Microsoft και το Azure region
Η Microsoft ανακοίνωσε το 2020 την ανάπτυξη data center region στην Αττική, με τρεις εγκαταστάσεις στην περιοχή των Σπάτων. Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου είχε υπολογιστεί σε περίπου 976 εκατ. ευρώ, χωρίς ΦΠΑ.
Το έργο έχει στρατηγική σημασία, καθώς μια πλήρης περιοχή cloud της Microsoft μπορεί να προσφέρει υψηλότερη διαθεσιμότητα, χαμηλότερη καθυστέρηση και δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων εντός Ελλάδας. Αυτό αφορά τόσο τον δημόσιο τομέα όσο και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κλάδους με αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης, ασφάλειας και επιχειρησιακής συνέχειας.
Η ανάπτυξη των εγκαταστάσεων της Microsoft αντιμετώπισε καθυστερήσεις καθώς η δημιουργία ενός hyperscale περιβάλλοντος δεν περιορίζεται στην κατασκευή των κτιρίων, αλλά προϋποθέτει αξιόπιστη ηλεκτροδότηση, πολλαπλές γραμμές επικοινωνίας, εφεδρικά συστήματα και μεγάλη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εξοπλισμού.
Ωστόσο, η επένδυση της Microsoft λειτούργησε ως σημαντικό σήμα προς την αγορά. Η παρουσία ενός από τους μεγαλύτερους παρόχους cloud διεθνώς ενίσχυσε την εικόνα της Ελλάδας ως αγοράς με δυνατότητα φιλοξενίας κρίσιμων ψηφιακών υποδομών.

Η είσοδος της Data4
Σημαντική νέα επένδυση είναι αυτή της γαλλικής Data4, η οποία έχει ανακοινώσει σχέδιο ανάπτυξης τριών data centers στην Ελλάδα, με επενδυτικό πλάνο περίπου 300 εκατ. ευρώ.
Το πρώτο κέντρο της Data4 στην Παιανία βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης και έχει σχεδιαστεί ως εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας. Η εταιρεία έχει παρουσία σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές και εντάσσει την Ελλάδα στο ευρύτερο επενδυτικό της πρόγραμμα στην Ευρώπη.
Η εγκατάσταση στην Αττική αναμένεται να απευθυνθεί σε hyperscalers, παρόχους cloud, τηλεπικοινωνιακές εταιρείες και επιχειρήσεις που αναζητούν χώρο για servers και υποδομές ΙΤ. Η επιλογή της Παιανίας και της ευρύτερης περιοχής των Μεσογείων συνδέεται με την εγγύτητα προς την Αθήνα, τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τις υποδομές ηλεκτροδότησης.
Η Data4 έχει επισημάνει ότι η ζήτηση για data centers στην Ευρώπη αυξάνεται κυρίως λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Η AI αναμένεται να απορροφήσει σημαντικό μέρος της νέας χωρητικότητας που θα αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς οι εφαρμογές της απαιτούν πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα ισχύος ανά rack σε σχέση με τις παραδοσιακές υποδομές cloud.

Η Lancom και η Θεσσαλονίκη
Η Lancom αποτελεί τον βασικό ελληνικό παίκτη με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Η εταιρεία λειτουργεί το Balkan Gate, το οποίο φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε τηλεπικοινωνιακό και data center κόμβο για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η στρατηγική της Lancom βασίζεται στη θέση της Θεσσαλονίκης ως πύλης προς τα Βαλκάνια, αλλά και στη διασύνδεση με διεθνή Internet Exchanges και υποθαλάσσια ή χερσαία καλωδιακά δίκτυα. Η εταιρεία έχει προχωρήσει σε συνεργασίες για τη διασύνδεση του Balkan Gate με ευρωπαϊκά σημεία ανταλλαγής διαδικτυακής κίνησης, ενώ η παρουσία του Milan Internet Exchange ενισχύει τη διεθνή διάσταση της εγκατάστασης.
Παράλληλα, η Lancom αναπτύσσει δεύτερο data center στην Κρήτη και επεκτείνει το Balkan Gate στη Θεσσαλονίκη.
Η Synapsecom Telecoms
Στο παιχνίδι των κέντρων δεδομένων εμφανίζεται μία ακόμη ελληνική εταιρεία, η Synapsecom είναι ελληνικός πάροχος τηλεπικοινωνιακών και data center υπηρεσιών, με δραστηριότητα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Παρέχει υπηρεσίες colocation, hosting, cloud, διασυνδέσεων και τηλεπικοινωνιών, απευθυνόμενη κυρίως σε επιχειρήσεις, παρόχους και οργανισμούς που χρειάζονται υποδομές φιλοξενίας και συνδεσιμότητας.
Η εταιρεία λειτουργεί δύο εγκαταστάσεις στην Ελλάδα. Η εταιρεία δεν έχει την επενδυτική κλίμακα της Digital Realty ή της AWS, ούτε τη διεθνή τηλεπικοινωνιακή εμβέλεια της Sparkle. Ωστόσο, αποτελεί μέρος του εγχώριου οικοσυστήματος colocation και cloud.
Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι
«Αφανείς» παίκτες στην αγορά των κέντρων δεδομένων είναι και οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, οι υποίοι διαθέτουν κρίσιμες υποδομές φιλοξενίας και τηλεπικοινωνιακής διασύνδεσης.
Το οικοσύστημα της Telekom συνδέεται με υπηρεσίες cloud και φιλοξενίας επιχειρησιακών εφαρμογών, τηλεπικοινωνιακές υποδομές και ιδιόκτητο δίκτυο, data center εγκαταστάσεις για εταιρικούς πελάτες και οργανισμούς, συνδέσεις με δημόσιες υπηρεσίες, μεγάλες επιχειρήσεις και παρόχους.
Η θέση του ΟΤΕ είναι διαφορετική από εκείνη της Digital Realty ή της Sparkle. Ο όμιλος δεν προβάλλεται κυρίως ως ανεξάρτητος carrier-neutral operator για hyperscale πελάτες, αλλά ως ολοκληρωμένος πάροχος τηλεπικοινωνιών, ICT και cloud υπηρεσιών. Παρ’ όλα αυτά, οι υποδομές του είναι σημαντικές για την ελληνική αγορά, ειδικά σε υπηρεσίες ιδιωτικού cloud, managed hosting, disaster recovery και επιχειρησιακών δικτύων.
Η Vodafone διαθέτει επίσης υποδομές data center και φιλοξενίας στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα αφορά κυρίως την υποστήριξη των τηλεπικοινωνιακών και επιχειρησιακών υπηρεσιών της Vodafone, καθώς και λύσεις ICT για εταιρικούς πελάτες. Ο ρόλος της είναι περισσότερο συνδεδεμένος με το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και τις υπηρεσίες cloud/IT του ομίλου και λιγότερο με την αγορά ανεξάρτητου wholesale colocation.

Η ΔΕΗ και το data center στα Σπάτα
Πριν από τη συμφωνία με την AWS, η ΔΕΗ είχε ήδη ανακοινώσει την είσοδό της στον χώρο των data centers μέσω της Data In Scale, κοινοπραξίας με την EDGNEX Data Centers της DAMAC.
Στη συγκεκριμένη κοινοπραξία, η ΔΕΗ κατέχει ποσοστό 45%, ενώ το υπόλοιπο 55% ανήκει στην πλευρά της DAMAC. Το πρώτο έργο αφορά την ανάπτυξη data center στα Σπάτα, με αρχική ισχύ 12,5 MW και δυνατότητα επέκτασης στα 25 MW. Η πρώτη φάση είχε προϋπολογισμό περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Το project εντάσσεται στη στρατηγική της ΔΕΗ να αξιοποιήσει όχι μόνο την παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τις υποδομές που συνδέονται με την ψηφιακή οικονομία. Η εταιρεία επιδιώκει να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένο πάροχο ενεργειακών και ψηφιακών υπηρεσιών, αξιοποιώντας τις ΑΠΕ, τα δίκτυα, τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές και τις εκτάσεις που διαθέτει.
Η συμφωνία με την AWS έρχεται να αναβαθμίσει σημαντικά αυτή τη στρατηγική, μεταφέροντας το βάρος από ένα μεσαίου μεγέθους project στην Αττική σε ένα hyperscale εγχείρημα στη Δυτική Μακεδονία.
Το giga data center ΔΕΗ–AWS
Σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η υπογραφή δεσμευτικού Μνημονίου Συνεργασίας ανάμεσα στην ΔΕΗ και την Amazon Web Services για την ανάπτυξη data center στον Άγιο Δημήτριο της Δυτικής Μακεδονίας.
Η πρώτη φάση προβλέπει εγκατάσταση με ισχύ τροφοδοσίας 300 MW, ενώ υπάρχει δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW. Η πρώτη φάση έχει στόχο να ολοκληρωθεί και να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσουν οι απαιτούμενες οριστικές συμφωνίες, οι αδειοδοτήσεις, η κατασκευή και οι ενεργειακές υποδομές.
Η αρχική επένδυση της ΔΕΗ για τις ενεργειακές και συνοδευτικές υποδομές υπολογίζεται σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο τεχνολογικός εξοπλισμός και οι υποδομές ΙΤ της AWS θα μπορούσαν να απαιτήσουν επιπλέον επενδύσεις αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ. Προφανώς η επέκταση έως το 1 GW θα ανεβάσει περαιτέρω το κόστος της συνολικής επένδυσης κατά αρκετά ακόμη δισεκατομμύρια. Παρόλα αυτά το συνολικό κόστος εξαρτάται από τον τελικό σχεδιασμό, την τεχνολογία των servers, την έκταση των ενεργειακών έργων, τις τιμές του εξοπλισμού και την πορεία της ζήτησης για υπηρεσίες AI και cloud.
Γιατί στη Δυτική Μακεδονία
Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει διαθέσιμες εκτάσεις, ισχυρές γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ένα ενεργειακό οικοσύστημα που δημιουργήθηκε γύρω από τις λιγνιτικές μονάδες και τα ορυχεία.
Η περιοχή πλέον βρίσκεται στο επίκεντρο της μεταλιγνιτικής μετάβασης με το project να συνδέεται και με τον σχεδιασμό της ΔΕΗ για ανάπτυξη ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης στη Δυτική Μακεδονία. Η AWS, από την πλευρά της, επιδιώκει να καλύψει τις αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες των cloud και AI υποδομών με ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.
Το μεγάλο στοίχημα της ενέργειας
Η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την επόμενη ημέρα της αγοράς data centers, παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ελλάδα. Ένα παραδοσιακό data center μπορεί να λειτουργεί με ισχύ μερικών MW, όμως οι υποδομές τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν πολύ μεγαλύτερα φορτία και υψηλότερη πυκνότητα ισχύος.
Η διαφορά ανάμεσα σε ένα data center 10 MW και ένα hyperscale κέντρο 300 MW δεν είναι απλώς ποσοτική. Αφορά διαφορετικό σχεδιασμό δικτύων, υποσταθμών, γραμμών μεταφοράς, συστημάτων ψύξης και εφεδρικών υποδομών.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό ΑΠΕ, όμως η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο δεν είναι σταθερή. Για τον λόγο αυτό, οι μεγάλες εγκαταστάσεις χρειάζονται συνδυασμό παραγωγής, αποθήκευσης, συμβάσεων προμήθειας και ενίσχυσης του δικτύου.
Η συμφωνία ΔΕΗ–AWS προβλέπει την αξιοποίηση μακροχρόνιων συμβάσεων PPAs (μακροπρόθεσμες συμβάσεις αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας) από ΑΠΕ. Η επιλογή αυτή προσφέρει καλύτερες προοπτικές στο ενεργειακό κόστος και συνδέεται με τον στόχο της Amazon για μηδενικές καθαρές εκπομπές άνθρακα στις δραστηριότητές της έως το 2040.




































