Οι φυσικές καταστροφές δεν είναι πλέον μόνο περιβαλλοντικά γεγονότα. Είναι οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Μια πυρκαγιά δεν καίει μόνο δάση και σπίτια. Μια πλημμύρα δεν καταστρέφει μόνο δρόμους και επιχειρήσεις. Κάθε μεγάλη καταστροφή επηρεάζει την παραγωγή, την απασχόληση, τις επενδύσεις, τα δημόσια οικονομικά, την υγεία, την κοινωνική συνοχή και τελικά την αναπτυξιακή προοπτική ενός τόπου.
Γι’ αυτό πρέπει να αλλάξουμε την ερώτηση που κάνουμε μετά από κάθε καταστροφή. Αντί να ρωτάμε μόνο «πόσο κόστισε;», πρέπει να αρχίσουμε να ρωτάμε: «πόσο μας κόστισε το γεγονός ότι δεν ήμασταν αρκετά ανθεκτικοί;». Ακριβέστερα να εξετάζουμε κυρίως: «πόσο από αυτό το κόστος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί;».
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Διότι μεταφέρει το ενδιαφέρον από την αποζημίωση στην πρόληψη και από την αποκατάσταση στην ανθεκτικότητα.
Το πραγματικό κόστος είναι μεγαλύτερο από αυτό που βλέπουμε
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα προκάλεσαν οικονομικές απώλειες που υπολογίζονται σε περίπου 822 δισ. ευρώ την περίοδο 1980–2024 (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, τιμές 2024). Περισσότερα από 208 δισ. ευρώ αυτών των απωλειών καταγράφηκαν μόνο μεταξύ 2021 και 2024.
Αυτοί οι αριθμοί αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά ή πλημμύρα είναι σχετικά εύκολο να υπολογίσουμε πόσα σπίτια καταστράφηκαν, πόσοι δρόμοι χρειάζονται επισκευή ή πόσο κόστισε η αποκατάσταση ενός δικτύου. Πολύ δυσκολότερο είναι να υπολογίσουμε το εισόδημα που έχασε μια οικογένεια, τις ημέρες που μια μικρή επιχείρηση παρέμεινε κλειστή, τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν, τη μείωση της τουριστικής κίνησης ή την απόφαση μιας νέας οικογένειας να εγκαταλείψει οριστικά την περιοχή.
Υπάρχει, επίσης, το κόστος της υγείας και της ψυχικής επιβάρυνσης. Υπάρχει το κόστος της αναγκαστικής μετακίνησης. Και υπάρχει η απώλεια του φυσικού κεφαλαίου. Ένα δάσος δεν είναι απλώς μια έκταση με δέντρα. Προστατεύει το έδαφος, συγκρατεί νερό, αποθηκεύει άνθρακα, φιλοξενεί βιοποικιλότητα και στηρίζει οικονομικές δραστηριότητες και τουρισμό.
Αυτό είναι το «κρυμμένο» κόστος μιας καταστροφής.
Ο Έβρος μας δείχνει τι σημαίνει αυτό
Η καταστροφή του 2023 στον Έβρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η πυρκαγιά της περιοχής Αλεξανδρούπολης εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη μεμονωμένη δασική πυρκαγιά που είχε καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την έναρξη των συστηματικών καταγραφών του ευρωπαϊκού συστήματος EFFIS.
Όμως το πραγματικό ερώτημα για τον Έβρο δεν είναι μόνο πόσα στρέμματα κάηκαν. Είναι τι συνέβη μετά.
Τι έγινε με τις μικρές επιχειρήσεις; Με τη γεωργία και την κτηνοτροφία; Με τον οικοτουρισμό; Με την απασχόληση; Πόσοι νέοι παρέμειναν στην περιοχή; Πόσοι απόφοιτοι του πανεπιστημίου δημιούργησαν νέες επιχειρήσεις ή εντάχθηκαν σε υφιστάμενες; Πόσες επενδύσεις αναβλήθηκαν; Πόσο επηρεάστηκε η ελκυστικότητα της περιοχής για νέες επενδύσεις από τον τρόπο διαχείρισης του περιβαλλοντικού κινδύνου; Πόσο αυξήθηκε το αίσθημα ανασφάλειας;
Σε μια παραμεθόρια περιοχή με ήδη σημαντικές δημογραφικές προκλήσεις, μια περιβαλλοντική καταστροφή μπορεί να μετατραπεί σε επιταχυντή οικονομικής και πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Στη αυτή τη βάση κάποιοι από την ερευνητική κοινότητα και το Πανεπιστήμιο έχουμε προτείνει τη δημιουργία ενός ετήσιου Λογαριασμού Ανθεκτικότητας του Έβρου.
Δεν θα μετρά μόνο πόσα χρήματα δαπανήθηκαν για την αποκατάσταση. Θα μετρά πόσες επιχειρήσεις επανήλθαν, πόσες νέες επενδύσεις έγιναν, πόσες θέσεις εργασίας διατηρήθηκαν, πώς εξελίσσεται ο πληθυσμός και πόσο φυσικό κεφάλαιο αποκαταστάθηκε.
Η επιτυχία μιας ανασυγκρότησης δεν μπορεί να μετριέται από τα ποσά που εξαγγέλθηκαν για αποζημιώσεις, δαπανήθηκαν σε μέτρα ενίσχυσης ή σχεδιάζεται να δαπανηθούν στο μέλλον. Πρέπει να μετριέται από το αποτέλεσμα που πετύχαμε ή θα επιτευχθεί στην ανοικοδόμηση ασφαλώς του φυσικού περιβάλλοντος αλλά συγχρόνως και του κοινωνικοοικονομικού οικοσυστήματος.
Ίσως στον Έβρο η σχέση χρόνου – δράσης – αποτελέσματος να δηλώνει εύληπτα -και στον μη ειδικό- ότι η απουσία υλοποίησης ενός συγκεκριμένου και επίκαιρου σχεδίου μέτρων και πολιτικών, με έμφαση στο νωρίτερης έναρξης χρονικό προγραμματισμό (timing) να είναι ο κρισιμότερος παράγοντας για την ανοικοδόμηση και αποκατάσταση.
Το σχέδιο δράσης θα πρέπει να σταθμίζεται, αξιολογείται και τεκμηριώνεται στη σκοπιμότητά του στη βάση της αποτίμησης της αποτελεσματικότητας του όποιου μέτρου, δράσης ή εξαγγελίας ή ακόμα περισσότερο οικονομικής στήριξης και επένδυσης στην αποκατάσταση και την πρόληψη του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος.
Τι μπορούμε να μάθουμε από άλλες χώρες
Η διεθνής εμπειρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Η Ισπανία διαθέτει οργανωμένο μηχανισμό αντιμετώπισης εξαιρετικών κινδύνων μέσω του Consorcio de Compensación de Seguros. Μετά τις καταστροφικές πλημμύρες στη Βαλένθια τον Οκτώβριο του 2024, ενεργοποιήθηκε ένας ήδη οργανωμένος μηχανισμός συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού ασφαλιστικού τομέα για την ταχύτερη εκτίμηση και καταβολή αποζημιώσεων.
Η Γαλλία κάνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: δεν εξετάζει μόνο τι κόστισαν οι καταστροφές του παρελθόντος, αλλά μοντελοποιεί πόσο μπορεί να κοστίσουν έως το 2050. Δηλαδή η μελλοντική κλιματική ζημιά επηρεάζει τις σημερινές οικονομικές αποφάσεις.
Ο Καναδάς, από την άλλη, αντιμετωπίζει την προσαρμογή ως επένδυση. Η Εθνική Στρατηγική Προσαρμογής (Νational Adaption Strategy) αναφέρει ότι κάθε δολάριο που επενδύεται σε μέτρα προσαρμογής αποδίδει συνολικά οφέλη 13 έως 15 δολαρίων.
Το κοινό μήνυμα είναι σαφές: η πρόληψη δεν είναι δαπάνη χωρίς απόδοση. Είναι επένδυση για ένα βιώσιμο παρόν και ένα αειφόρο μέλλον.
Να μετρήσουμε το «Κόστος Μη Ανθεκτικότητας»
Η Ελλάδα χρειάζεται επομένως μια νέα «λογιστική ανθεκτικότητας» για τον σχεδιασμό και την στήριξη μέτρων διασφάλισης της ανθεκτικότητας.
Μία από τις κύριες προτάσεις της ερευνητικής κοινότητας και της συζήτησης στα διεθνή φόρα, είναι να εισαγάγουμε την έννοια του Κόστους Μη Ανθεκτικότητας (Cost of Non-Resilience). Σε αυτό θα περιλαμβάνονται όχι μόνο οι κατεστραμμένες περιουσίες, αλλά οι απώλειες παραγωγής και εισοδήματος, το κοινωνικό κόστος, η επιβάρυνση του Δημοσίου, η απώλεια φυσικού κεφαλαίου και οι επενδυτικές ευκαιρίες που χάθηκαν.
Παράλληλα, κάθε μεγάλη επένδυση πρόληψης θα πρέπει να έχει τη δική της απόδοση επένδυσης σε ανθεκτικότητα (Resilience Return on Investment): πόσα ευρώ μελλοντικής ζημιάς αποφεύγουμε για κάθε ευρώ που επενδύουμε σήμερα;
Ένα αντιπλημμυρικό έργο, για παράδειγμα, δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση το κόστος κατασκευής του. Πρέπει να υπολογίζεται πόσες κατοικίες και επιχειρήσεις προστατεύει, πόσες ημέρες οικονομικής διακοπής αποτρέπει και πόσο μειώνει τις μελλοντικές δημόσιες αποζημιώσεις.
Έτσι η πρόληψη γίνεται μετρήσιμη.
Ένας δείκτης ανθεκτικότητας για κάθε δήμο
Ένα ακόμη βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός τοπικού δείκτη ανθεκτικότητας (Local Resilience Score) για κάθε δήμο και περιφέρεια της χώρας.
Ο δείκτης θα μπορούσε να αξιολογεί την έκθεση σε φυσικούς κινδύνους, την κοινωνική ευαλωτότητα, την ανθεκτικότητα και την τρωτότητα των κρίσιμων υποδομών, την ασφαλιστική προστασία, την ικανότητα της τοπικής οικονομίας να ανακάμπτει και την ετοιμότητα των θεσμών.
Δεν θα ήταν ένας κατάλογος «καλών» και «κακών» δήμων ή περιφερειακών ενοτήτων. Θα ήταν εργαλείο για να κατευθύνονται εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται οι πόροι, η τεχνική βοήθεια και οι επενδύσεις πρόληψης.
Η κοινωνία δεν είναι θεατής
Η ανθεκτικότητα, όμως, δεν χτίζεται μόνο με τεχνικά έργα και οικονομοτεχνικές προσεγγίσεις. Χρειάζεται κοινωνικό κεφάλαιο: εμπιστοσύνη, δίκτυα αλληλεγγύης, εθελοντισμός και γνώση των τοπικών αναγκών. Δήμοι, πανεπιστήμια, επαγγελματικοί φορείς, εθελοντικές οργανώσεις και Εκκλησία πρέπει να συνεργάζονται πριν από την καταστροφή και όχι να γνωρίζονται μεταξύ τους όταν αυτή έχει ήδη συμβεί.
Η Εκκλησία μπορεί να έχει ιδιαίτερα χρήσιμο ρόλο, όπως αναδείχθηκε στο 2ο Διεπιστημονικό Συνέδριο της Εκκλησίας της Ελλάδος, που έγινε 1 και 2 Σεπτεμβρίου 2026 στην Αλεξανδρούπολη. Οι ενορίες διαθέτουν τοπική παρουσία και συχνά γνωρίζουν ποιοι ηλικιωμένοι ζουν μόνοι, ποιες οικογένειες αντιμετωπίζουν δυσκολίες και ποιοι πολίτες χρειάζονται άμεση υποστήριξη.
Σε συνεργασία με τη περιφέρεια, δήμους, Υπουργείο Υποδομών και φορείς διαχείρισης Υποδομών και Πολιτική Προστασία, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν επιλεγμένοι «Parish Resilience Hubs»: τοπικοί κόμβοι με εκπαιδευμένους εθελοντές, δυνατότητα ενημέρωσης και υποστήριξης ευάλωτων πολιτών και συγκεκριμένο ρόλο στα σχέδια έκτακτης ανάγκης.
Όχι για να υποκαταστήσουν το κράτος, αλλά για να ενισχύσουν την ικανότητα της κοινωνίας να λειτουργεί όταν δοκιμάζεται.
Από το «πληρώνουμε μετά» στο «επενδύουμε πριν»
Για δεκαετίες η δημόσια πολιτική αντιμετώπιζε σε μεγάλο βαθμό τις φυσικές καταστροφές με μια λογική: συμβαίνει το γεγονός, καταγράφουμε τις ζημιές, αποζημιώνουμε και ξαναχτίζουμε.
Στη νέα κλιματική πραγματικότητα αυτό δεν αρκεί.
Η χρηματοδότηση της αποκατάστασης πρέπει να συνοδεύεται από την αρχή του «ξαναχτίσουμε καλύτερα» (Build Forward Better): δεν ξαναχτίζουμε απλώς αυτό που χάθηκε, αλλά το ξαναχτίζουμε ώστε να είναι περισσότερο ανθεκτικό στην επόμενη κρίση.
Και αυτό αφορά την οικονομική ανάπτυξη συνολικά. Μια περιοχή που πλημμυρίζει ή καίγεται επανειλημμένα γίνεται λιγότερο ελκυστική για επιχειρήσεις, κατοίκους και επενδυτές. Η ανθεκτικότητα επομένως δεν ανταγωνίζεται την ανάπτυξη. Είναι προϋπόθεση της ανάπτυξης.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα των επόμενων ετών δεν είναι πόσο αποτελεσματικά θα αποζημιώνουμε τις ολοένα μεγαλύτερες καταστροφές.
Είναι πόσο αποτελεσματικά θα μειώσουμε τη ζημιά πριν αυτή συμβεί.
Γιατί τελικά η ανθεκτικότητα έχει πράγματι κόστος. Η μη ανθεκτικότητα, όμως, κοστίζει πολύ περισσότερο.
* Ο Δημήτρης Δημητρίου είναι Καθηγητής, Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Διοίκηση Εφοδιαστικής Αλυσίδας, Ερευνητικό Εργαστήριο MaGBISE, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης





































