Άνοδο του οργανικού τους εισοδήματος αναμένουν στο β΄ εξάμηνο του 2026 οι ελληνικές τράπεζες, με ώθηση από το νέο κύκλο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα προχωρήσει σήμερα, εκτός συγκλονιστικού απρόοπτου, σε αύξηση των επιτοκίων της για δεύτερη φορά από τον περασμένο Ιούνιο, με στόχο την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων που ασκεί η ένταση στη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για μία απόφαση που έχει ήδη προεξοφλεί, με βάση τις τοποθετήσεις των επενδυτών σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και την πορεία του κόστους χρήματος τους τελευταίους μήνες.
Σύμφωνα με στοιχεία της 7ης Σεπτεμβρίου, το euribor 3 μηνών έχει αναρριχηθεί στο 2,67% έναντι 2,08% μόλις στις αρχές του περασμένου Απριλίου, ενώ το euribor 1 μήνα βρίσκεται στο 2,38% από 1,90% αντίστοιχα.
Πρόκειται για τους δύο δείκτες με τους οποίους είναι συνδεδεμένη η πλειονότητα του υφιστάμενου δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
Ως εκ τούτου, η πορεία τους έχει άμεση επίδραση στα έντοκα έσοδά τους.

Μέχρι το τέλος Ιουνίου οι τράπεζες στηρίχθηκαν κυρίως στην πιστωτική επέκταση για τη βελτίωση του οργανικού τους αποτελέσματος.
Χρονική υστέρηση
Στα αποτελέσματα του β΄ τριμήνου, ο συγκεκριμένος παράγοντας έπαιξε μικρότερο ρόλο, καθώς η ανατιμολόγηση του δανειακού χαρτοφυλακίου ακολουθεί την άνοδο του κόστους χρήματος με χρονική υστέρηση.
Μέχρι το τέλος Ιουνίου οι τράπεζες στηρίχθηκαν κυρίως στην πιστωτική επέκταση για τη βελτίωση του οργανικού τους αποτελέσματος.
Από τον Ιούλιο ωστόσο, αφού διαψεύστηκαν οι προσδοκίες για ταχεία λήξη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, η άνοδος των euribor επιταχύνθηκε.
Με αυτά τα δεδομένα, αναλυτές που παρακολουθούν τον κλάδο βλέπουν σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις αρχικές τους εκτιμήσεις τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Τα δανειακά χαρτοφυλάκια παραμένουν ανθεκτικά ως τώρα στις επιτοκιακές μεταβολές
Οι κίνδυνοι
Από την άλλη βέβαια, προσθέτουν οι ίδιοι κύκλοι, η προς τα πάνω αναπροσαρμογή των επιτοκίων έχει και αρνητικές επιδράσεις.
Συγκεκριμένα, αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο και ταυτόχρονα μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερα επίπεδα τη ζήτηση για χρηματοδοτήσεις, καθώς καθίστανται ακριβότερες. Σημειώνουν ωστόσο ότι μία άνοδος της τάξης των 50 – 60 μονάδων βάσης στα επιτόκια δεν μπορεί να προκαλέσει από μόνη της σημαντικές αρρυθμίες.
Όπως εξηγούν, τα δανειακά χαρτοφυλάκια παραμένουν ανθεκτικά ως τώρα στις επιτοκιακές μεταβολές, ενώ τονίζουν πως δεν πρέπει να λησμονείται το θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον στις χώρες που δραστηριοποιούνται οι συστημικοί όμιλοι.
Ως προς τις νέες χορηγήσεις υποστηρίζουν πως οι εγχώριες τράπεζες συνεχίζουν να δανείζονται με προνομιακούς όρους από τις αγορές, καθώς έχει περιοριστεί ο κίνδυνος χώρας, μετά την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα.
Επιπλέον το κόστος άντλησης ρευστότητας από το καταθετικό κοινό παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο.

Οι τραπεζικές διοικήσεις στις σχετικές παρουσιάσεις τόνισαν ότι αυτή η άνοδος ήταν αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο της μεγέθυνσης του ενεργητικού τους
Συγκράτηση κόστους
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των spreads λόγω και του μεγαλύτερου ανταγωνισμού εγχωρίως, συμβάλει στη διατήρηση σε ελκυστικά επίπεδα των επιτοκίων στα περισσότερα διαθέσιμα δανειοδοτικά προγράμματα.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ενδεικτικά:
- Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στο σύνολο των νέων δανείων από το Μάιο ως τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στη ζώνη του 4,65% οριακά υψηλότερα σε σχέση με το Φεβρουάριο του 2026, πριν την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή.
- Στους ιδιώτες καταγράφεται μείωση του μέσου επιτοκίου στην περιοχή του 5,45% – 5,50% από 5,6% το Φεβρουάριο.
- Στα στεγαστικά δάνεια, μία κατηγορία που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις τράπεζες, το μέσο ετήσιο κόστος έπεσε στις νέες συμβάσεις του Ιουλίου σε 3,27% από 3,39% το Φεβρουάριο και 3,50% στα τέλη του 2025. Δηλαδή οι προσφορές τους βελτιώθηκαν.
- Στην επιχειρηματική πίστη από το Μάιο και μετά το μέσο επιτόκιο έχει σταθεροποιηθεί στη ζώνη του 4,30%.
Οι επιδόσεις του α΄ εξαμήνου
Υπενθυμίζεται ότι σε επίπεδο συστημικών ομίλων, τα καθαρά έσοδα από τόκους διαμορφώθηκαν στο α΄ μισό της εφετινής χρήσης στα 4,27 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα αυξημένα κατά 4,10% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Οι τραπεζικές διοικήσεις στις σχετικές παρουσιάσεις τόνισαν ότι αυτή η άνοδος ήταν αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο της μεγέθυνσης του ενεργητικού τους και πως δεν σχετίζεται με την πορεία των δεικτών euribor.
Πρόσθεσαν ωστόσο, πως από τα επόμενα τρίμηνα θα γίνει αισθητή η επίδραση της ενίσχυσης του κόστους χρήματος στα αποτελέσματά τους.
Με βάση τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις τους, κάθε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, οδηγεί τα καθαρά έσοδα από τόκους υψηλότερα κατά 135 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, αθροιστικά στους 4 μεγάλους του κλάδου.


































