Στη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης θα προχωρήσει όπως αναμένεται ευρέως η ΕΚΤ αυτή την εβδομάδα μετατρέποντας την κεντρική τράπεζα στο μεγαλύτερο γεράκι της G7.
Ωστόσο οι συζητήσεις πλέον μετατοπίζονται στο αν θα υπάρξει και τρίτη αύξηση μέσα στο έτος.
Αγορές και οικονομολόγοι διαφωνούν. Σε πρόσφατη έρευνα του Bloomberg σε οικονομολόγους η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων αναμένει ότι η αύξηση της Πέμπτης θα είναι η τελευταία και το βασικό επιτόκιο διευκόλυνσης καταθέσεων θα παραμείνει στο 2,5% εκεί μέχρι το 2027. Αυτή η συναίνεση δείχνει σημάδια μετατόπισης, ωστόσο, με τους αναλυτές της JPMorgan, της Societe Generale και της BNP Paribas να αλλάζουν όλες τις προβλέψεις τους τις τελευταίες ημέρες για να προβλέψουν ένα τέτοιο βήμα.
Οι traders, από την άλλη πλευρά, προεξοφλούν περίπου τρεις ακόμη αυξήσεις μέχρι τα μέσα του επόμενου έτους.
Οι προκλήσεις της ΕΚΤ
Η απόκλιση αναδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς η αναζωπύρωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή προκαλεί εκ νέου αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου επιστρέφουν προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο εκτινάσσεται σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί για τελευταία φορά το 2023. Παρά το γεγονός ότι ο αυξημένος πληθωρισμός δεν δείχνει σημάδια εδραίωσης, οι κίνδυνοι είναι πολλοί.
Πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, ο ταχύτερος ρυθμός εδώ και σχεδόν τρία χρόνια και αισθητά πάνω από τον στόχο του 2%.
Το σήμα Σνάμπελ
Tο σήμα για την αύξηση των επιτοκίων δόθηκε από το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Ιζαμπέλ Σνάμπελ, που στα τέλη Αυγούστου είπε ότι η αύξηση του πληθωρισμού είναι πιθανό να υπερβεί το 2% για μια «παρατεταμένη περίοδο» λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Η ανάληψη δράσης μόνο όταν αυτό επηρεάσει τους μισθούς θα αφήσει τους φορείς χάραξης πολιτικής «πίσω από τις εξελίξεις», προειδοποίησε.
Σε αντίθεση με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, της οποίας η σχετικά αισιόδοξη άποψη για τον πληθωρισμό μπορεί να δοκιμαστεί από τα στοιχεία για τις τιμές καταναλωτή την ερχόμενη εβδομάδα, η ΕΚΤ έχει δηλώσει ξεκάθαρα την ανάγκη για προληπτική σύσφιγξη. Τα στοιχεία για ανθεκτική ανάπτυξη μπορεί να ενισχύσουν αυτή την άποψη.
Αν και τα στοιχεία για το δομικό πληθωρισμό που υποχώρησε ελαφρά στο 2,4% μπορεί να προσέφεραν μια ανακούφιση ωστόσο οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες δεν είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν μετά την κριτική που δέχθηκαν ότι αργοπόρησαν να αντιδράσουν στο σοκ του πληθωρισμού του 2022.

Τα πρόσφατα στοιχεία για τον πληθωρισμό της ευρωζώνης προσέφεραν κάποια ανακούφιση, ωστόσο, με μια απροσδόκητη επιβράδυνση στο λεγόμενο βασικό μέτρο. Ωστόσο, οι αξιωματούχοι δεν φαίνεται να έχουν διάθεση να ρισκάρουν, κυρίως μετά την κριτική για την καθυστερημένη αντίδρασή τους στο σοκ του κόστους ζωής του 2022.
Υπέρ της αύξησης των επιτοκίων τάχθηκε και ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ. «Οι αγορές προεξοφλούν, με πιθανότητα πάνω από 95%, ότι θα αυξήσουμε τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και θα έλεγα ότι οι αγορές έχουν μία μάλλον καλή κατανόηση για το πώς είναι πιθανό να αντιδράσουμε σε αυτό το στάδιο», είπε αποφεύγοντας να αναφερθεί σε ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων στο μέλλον, παραπέμποντας στην πάγια θέση της ΕΚΤ ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.
Γεράκια vs Περιστέρια
Γεράκια και περιστέρια θα αναμετρήσουν τα επιχειρήματα τους για την τρίτη αύξηση και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει κάποιο στρατόπεδο το προβάδισμα.
«Με μια αύξηση αυτή την εβδομάδα να έχει ήδη ανακοινωθεί ευρέως από το διοικητικό συμβούλιο, οι υποδείξεις του για την επόμενη κίνηση μπορεί να τραβήξουν την μεγαλύτερη προσοχή.» υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι του Bloomberg Economics David Powell and Simona Delle και προσθέτουν: «Εν μέσω της ανανεωμένης αστάθειας στις αγορές πετρελαίου και των αυξανόμενων τιμών του φυσικού αερίου, τα «γεράκια» αναμφίβολα θα πιέσουν για μια ακόμη αύξηση τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, η αυστηροποίηση των χρηματοοικονομικών συνθηκών και οι περιορισμένες ενδείξεις έμμεσων επιπτώσεων από το ενεργειακό σοκ δημιουργούν σημαντικά εμπόδια για αυτούς».



































