Ανέκαμψαν σημαντικά τον Σεπτέμβριο οι εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή, καθώς περισσότερα δεξαμενόπλοια άρχισαν να διασχίζουν και πάλι τα Στενά του Ορμούζ, μειώνοντας εν μέρει την πίεση που είχε δημιουργηθεί στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και το πετρέλαιο μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν. Η αύξηση των ροών, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή κρίση έχει τελειώσει. Οι εξαγωγές παραμένουν χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Kpler, οι εξαγωγές αργού από βασικούς παραγωγούς της Μέσης Ανατολής ανήλθαν τον Σεπτέμβριο σε περίπου 16,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου. Οι ροές μέσω του Ορμούζ έφθασαν περίπου τα 9,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καθώς η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αύξησαν τις αποστολές τους, αναφέρουν οι New York Times.
Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη από τους πρώτους μήνες του πολέμου, όταν οι διελεύσεις από τα Στενά είχαν περιοριστεί δραματικά. Παραμένει όμως σημαντική απόσταση από τα προπολεμικά επίπεδα. Πριν από τη σύγκρουση, περίπου 19,5 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως έφευγαν από την περιοχή μέσω του Ορμούζ και εναλλακτικών διαδρομών. Η σημερινή ροή αντιστοιχεί περίπου στο 80% εκείνης της ποσότητας.
Η ανάκαμψη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση των στρατιωτικών μέτρων προστασίας των εμπορικών πλοίων από τις ΗΠΑ. Η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων φαίνεται να έχει ενισχύσει την εμπιστοσύνη των μεγάλων παραγωγών και των ναυτιλιακών εταιρειών, επιτρέποντας σε περισσότερα δεξαμενόπλοια να επιχειρούν στην περιοχή. Παράλληλα, οι χώρες του Κόλπου αξιοποιούν εναλλακτικές υποδομές, όπως αγωγούς που παρακάμπτουν το Ορμούζ, ώστε να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά.

Η αποκατάσταση του αγωγού East-West αποκαθιστά τη προσφορά στο πετρέλαιο
Η Σαουδική Αραβία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά την επίθεση στον αγωγό East-West, που είχε περιορίσει τις εξαγωγές από το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, η λειτουργία του αγωγού αποκαταστάθηκε και οι φορτώσεις άρχισαν να επανέρχονται. Η δυναμικότητα του αγωγού φθάνει τα 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, προσφέροντας μια κρίσιμη εναλλακτική διαδρομή σε περίπτωση νέων προβλημάτων στον Ορμούζ.
Παρά την αύξηση των εξαγωγών, η αγορά πετρελαίου παραμένει «σφιχτή». Η τιμή του Brent εξακολουθεί να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές θεωρούν ότι η προσφορά δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως και ότι μια νέα επίθεση σε δεξαμενόπλοια ή ενεργειακές υποδομές θα μπορούσε να προκαλέσει νέο σοκ. Οι αυξημένοι ναύλοι και τα ασφάλιστρα πολέμου επιβαρύνουν επίσης το κόστος μεταφοράς.
Η ασφάλεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός είχε καταγράψει 85 επιβεβαιωμένα περιστατικά επιθέσεων σε εμπορικά πλοία στην περιοχή έως τις 24 Σεπτεμβρίου, με νεκρούς ναυτικούς και τραυματισμούς. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την αύξηση των μεταφορών, ο Ορμούζ δύσκολα μπορεί ακόμη να θεωρηθεί πλήρως ασφαλής εμπορικός διάδρομος.
Τα στοιχεία των εταιρειών παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων παρουσιάζουν επίσης αποκλίσεις, επειδή πολλά πλοία απενεργοποιούν τους πομπούς τους για λόγους ασφαλείας. Η Kpler, η Vortexa και η TankerTrackers χρησιμοποιούν συνδυασμό δορυφορικών εικόνων, σημάτων πλοίων και άλλων δεδομένων, με αποτέλεσμα οι εκτιμήσεις τους να διαφέρουν. Ωστόσο, όλες καταγράφουν την ίδια τάση: οι ροές αυξάνονται.
Η εξέλιξη αυτή προσφέρει κάποια ανακούφιση στην παγκόσμια αγορά, αλλά δεν σηματοδοτεί επιστροφή στην κανονικότητα. Η παραγωγή, η λειτουργία των διυλιστηρίων και οι μεταφορές πρέπει να αποκατασταθούν πλήρως, ενώ οποιαδήποτε νέα επίθεση μπορεί να ανατρέψει γρήγορα την εικόνα. Για την παγκόσμια οικονομία, ο Ορμούζ παραμένει επομένως ένα από τα σημαντικότερα σημεία κινδύνου για τις τιμές ενέργειας.





































