Στα τέλη κάθε Αυγούστου οι επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών «φιλοσοφούν» περί νομισματικής πολιτικής στο Jackson Hole των ΗΠΑ. Φέτος, ο νέος πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς βρέθηκε υπό πρωτοφανή πίεση. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ κινείται 1,7 ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον στόχο τού 2%. Υπερβαίνει μάλιστα το 2% για περισσότερο από πέντε έτη. Την ίδια στιγμή, το μακροχρόνιο (30 ετών) επιτόκιο στις ΗΠΑ κινείται άνω του 5%. Επιπλέον, και λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Tραμπ διαμαρτύρεται ότι τα επιτόκια πολιτικής, στο 3,5% με 3,75%, είναι «γελοιωδώς» υψηλά.
Η ρητορική του ίδιου του Γουόρς, βέβαια, τον έφερε σε δυσχερή θέση. Και τούτο επειδή επιμένει ότι η Fed δεν χρειάζεται να επικοινωνεί με σαφή τρόπο τις σκέψεις και εκτιμήσεις της στις χρηματοοικονομικές αγορές! Ο γράφων δεν κρίνει αρνητικά τις προθέσεις τού επικεφαλής της Fed. Μία απρόβλεπτη αύξηση των επιτοκίων πολιτικής θα έχει μεγαλύτερη και περισσότερο αποτελεσματική επίδραση στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού των ΗΠΑ σε σχέση με μία προβλέψιμη (από τις αγορές) απόφαση. Από την άλλη πλευρά, όμως, όσο περισσότερο καθυστερεί μια τέτοια απόφαση, τόσο περισσότερο εδραιώνεται στις αγορές η αντίληψη ότι ο Γουόρς φοβάται να «κοντραριστεί» με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σε κάθε περίπτωση, ο Γουόρς, από το βήμα στο Jackson Hole, εξέπεμψε (ασθενές) «σήμα» αύξησης των επιτοκίων πολιτικής στο βαθμό, όμως, που ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παραμείνει υψηλός.
Σε κάθε περίπτωση, οι αγορές δεν μπορούν να επιβάλουν στη Fed αύξηση των επιτοκίων πολιτικής. Επειδή, όμως, απεχθάνονται την αβεβαιότητα της νομισματικής πολιτικής, «απαιτούν» υψηλότερα μακροχρόνια επιτόκια προκειμένου να δανείσουν τις ΗΠΑ.
Το πραγματικό πρόβλημα των αγορών δεν έχει να κάνει με τον Κέβιν Γουόρς, όμως. Μεγαλύτερο πρόβλημα για τις αγορές αποτελεί ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Αυτός ακολουθεί εξαιρετικά χαλαρή δημοσιονομική πολιτική η οποία, σύμφωνα με το ΔΝΤ, θα αυξήσει το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ από το 125,8% του ΑΕΠ το 2026 στο 142,1% το 2031 (υψηλότερα, δηλαδή και από το 110,9% του ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2031)!
Δύο απρόβλεπτες κινήσεις του Bessent πρόσφατα ανησύχησαν τις αγορές περαιτέρω. Πρώτον, ο Μπέσεντ προχώρησε στη στήριξη του υποτιμημένου γιεν της Ιαπωνίας μέσω της πώλησης ευρώ (αντί δολαρίων) χωρίς, όπως δείχνουν τα πράγματα, να ενημερώσει, εκ των προτέρων, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Δεύτερον, ανακοίνωσε την επαναγορά μακροχρόνιου χρέους των ΗΠΑ (μέσω της έκδοσης βραχυχρόνιου χρέους) προκειμένου να επιτύχει πλασματική μείωση στα μακροχρόνια επιτόκια. Και τούτο αγνοώντας ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού απαιτεί συνετή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών αντί ξαφνικής επαναγοράς χρέους. Εν μέσω αύξησης των μακροχρόνιων επιτοκίων διεθνώς ας προσέχει (και) η ελληνική κυβέρνηση. Οι επικείμενες εκλογές δεν πρέπει να «εκτροχιάσουν» τη δημοσιονομική πειθαρχία…
Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο University of Liverpool Management School.







































