Με σημαντικές απώλειες κινούνται σήμερα οι ευρωπαϊκές αγορές, με τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx Europe 600 να υποχωρεί κατά 1%, στο χαμηλότερο επίπεδο από τις 11 Ιουνίου. Οι επενδυτές βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με ένα δυσμενές μείγμα παραγόντων, από τις αυξημένες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων στις ΗΠΑ και τις νέες πιέσεις στις αγορές ενέργειας λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή έως τα μηνύματα της Federal Reserve για τη νομισματική πολιτική.
Ειδικότερα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 υποχωρεί κατά 0,99% στις 623 μονάδες. Ο βρετανικός FTSE 100 καταγράφει απώλειες 0,64% στις 10.391 μονάδες, ο γερμανικός DAX σημειώνει πτώση 0,85% στις 24.891 μονάδες, ενώ ο γαλλικός CAC 40 κινείται χαμηλότερα κατά 0,96% στις 7.694 μονάδες.
Ανησυχία στις διεθνείς αγορές ομολόγων προκάλεσαν πληροφορίες ότι μεγάλοι αμερικανικοί τεχνολογικοί όμιλοι, μεταξύ των οποίων η SpaceX και η Broadcom, σχεδιάζουν να αντλήσουν συνολικά περίπου 80 δισ. δολάρια μέσω μεγάλων εκδόσεων χρέους. Οι σχεδιαζόμενες εκδόσεις εντείνουν τον ανταγωνισμό για την προσέλκυση κεφαλαίων από θεσμικούς επενδυτές, με τους φόβους για περιορισμό της ζήτησης κρατικών τίτλων και διεύρυνση των πιστωτικών περιθωρίων να επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές αγορές δέχονται πιέσεις και στον τεχνολογικό κλάδο. Η Infineon υποχωρεί κατά 2,7%, η ASML κατά 2,3%, ενώ οι BE Semiconductor και STMicroelectronics καταγράφουν απώλειες 2,6% η καθεμία.
Επιπλέον πιέσεις προέρχονται από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, καθώς η εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιθέσεων σε θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για την ενεργειακή επάρκεια. Η νέα ένταση ανέτρεψε μέρος της πρόσφατης αποκλιμάκωσης των τιμών, εντείνοντας τους προβληματισμούς για το ενεργειακό κόστος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ενόψει του χειμώνα.
Το κλίμα επιβαρύνεται περαιτέρω από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου της Federal Reserve, τα οποία έδειξαν ότι η πλειονότητα των αξιωματούχων εξακολουθεί να θεωρεί πιθανή μια νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους. Οι ενδείξεις αυτές περιόρισαν τις προσδοκίες για σύντομη στροφή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας σε χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Στη Γαλλία, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, Εμανουέλ Μουλέν, χαρακτήρισε σοβαρή τη δημοσιονομική και οικονομική κατάσταση της χώρας, επικαλούμενος τη διεύρυνση των ελλειμμάτων και την πολιτική αβεβαιότητα. Παράλληλα, απέκλεισε το ενδεχόμενο παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών δημοσιονομικών προβλημάτων απαιτεί εγχώριες παρεμβάσεις στον προϋπολογισμό.































