Την αλυσίδα φαρμακείων και προϊόντων ομορφιάς Boots του Ηνωμένου Βασιλείου αγόρασε η καναδική οικογένεια που κάποτε ήταν ιδιοκτήτρια του πολυκαταστήματος Selfridges προς 8,9 δισ. δολάρια (6,74 δισ. λίρες).
Ο λόγος για την Wittington Investments, τη μητρική εταιρεία της οικογένειας Γουέστον που ελέγχει την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Loblaws και τα φαρμακεία Shoppers Drug Mart στον Καναδά, η οποία ανακοινώθηκε πως θα αποκτήσει τις δραστηριότητες λιανικής πώλησης της Boots στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, καθώς και την αλυσίδα οπτικών καταστημάτων, τη μάρκα καλλυντικών No7 και έναν κλάδο franchise στην Ταϊλάνδη.
Όπως επισημαίνει ο Guardian, η εξαγορά της αλυσίδας με έδρα το Νότιγχαμ, η οποία διαθέτει 1.800 καταστήματα σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και απασχολεί 50.000 άτομα, υποστηρίζεται επίσης από την επενδυτική εταιρεία Fairfax, η οποία κατέχει τον όμιλο The Sporting Life Group και την Sleep Country, τη μεγαλύτερη αλυσίδα λιανικής πώλησης στρωμάτων του Καναδά, η οποία με τη σειρά της κατέχει την Simba Sleep στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Galen Weston, πρόεδρος της Wittington, ο οποίος πιθανότατα θα αναλάβει τη θέση του προέδρου της Boots, επισήμανε πως «η Boots είναι μία από τις πιο μακροβιότερες επιχειρήσεις της Βρετανίας, με πλούσια κληρονομιά, ένα αξιόπιστο όνομα και ζωτικό ρόλο στην καθημερινή ζωή σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία».
«Διαβλέπουμε μια σημαντική ευκαιρία να βελτιώσουμε ακόμη περισσότερο μια εξαιρετική επιχείρηση μέσω σταθερής μακροπρόθεσμης ιδιοκτησίας, περαιτέρω επενδύσεων κεφαλαίου και της ανανεωμένης επιχειρησιακής εστίασης που απαιτείται για την άριστη εξυπηρέτηση των πελατών για τις επόμενες γενιές».
Η Boots έχει κλείσει περισσότερα από 300 καταστήματα τα τελευταία χρόνια
Τα χίλια κύματα της Boots
Η συναλλαγή, η οποία σηματοδοτεί την αποχώρηση του μακροπρόθεσμου επενδυτή της Boots, Στέφανο Πεσίνα, και του πιο πρόσφατου επενδυτή του, της χρηματοοικονομικής εταιρείας Sycamore Partners, υπόκειται σε έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές και αναμένεται να ολοκληρωθεί το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Το 2022, ο αμερικανικός όμιλος φαρμακείων Walgreens έθεσε την Boots προς πώληση με προτεινόμενη τιμή έως και 10 δισ. λίρες, αλλά αργότερα εγκατέλειψε τα σχέδια, καθώς οι πιθανοί αγοραστές, μεταξύ των οποίων η Reliance Industries του Mukesh Ambani, ο αμερικανικός επενδυτής ιδιωτικού κεφαλαίου Apollo Global Management και η TDR Capital, ιδιοκτήτρια της Asda, αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων. Ένα σχέδιο για την εισαγωγή της επιχείρησης στο χρηματιστήριο με αποτίμηση περίπου 7 δισ. λιρών εγκαταλείφθηκε το 2024.
«Η Boots είναι μια εμβληματική μάρκα και ένας βρετανικός θεσμός», δήλωσε ο Πεσίνα, ο οποίος μετέτρεψε την Boots σε ιδιωτική εταιρεία με την υποστήριξη της επενδυτικής εταιρείας KKR το 2007. Έκτοτε, διατήρησε μερίδιο υπό τη διαχείριση διαφόρων εταιρειών ιδιωτικού κεφαλαίου, ενώ προχώρησε σε συγχώνευση και απόσχιση της εταιρείας από την Walgreens.
«Ήταν ένα από τα προνόμια της ζωής μου και της συζύγου μου Ορνέλα το γεγονός ότι συνδέθηκα τόσο στενά με την Boots τα τελευταία 20 χρόνια. Είμαστε ευτυχείς που παραδίδουμε μια ακμάζουσα Boots σε ισχυρούς και αξιόπιστους ιδιοκτήτες που κατανοούν την αξία της σπουδαίας κληρονομιάς της».

Ο ρόλος Πεσίνα και Γουέστον
Ο Πεσίνα θα διατηρήσει την ιδιοκτησία των συμμετοχών της Boots στην αλυσίδα φαρμακείων Farmacias Benavides στο Μεξικό και στην Alliance Healthcare Deutschland, έναν γερμανικό διανομέα φαρμάκων.
Η εξαγορά της Boots σηματοδοτεί την επιστροφή του καναδικού κλάδου της οικογένειας Weston στον εμπορικό τομέα του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού η οικογένεια πούλησε την αλυσίδα πολυκαταστημάτων Selfridges έναντι 4 δισ. λιρών το 2022.
Ο ξεχωριστός βρετανικός κλάδος της οικογενειακής εταιρείας είναι γνωστός για το ότι κατέχει πλειοψηφικό μερίδιο στην Primark μέσω της μητρικής εταιρείας Associated British Foods, την οποία διευθύνει το μέλος της οικογένειας Τζορτζ Γουέστον.
Ο Ρίτσαρντ Χάιμαν, ο έμπειρος αναλυτής του λιανικού εμπορίου, τόνισε στον Guardian πόσο σημαντική αποδείχθηκε η οικογένεια Γουέστον για την Boots.
Ειδικότερα τόνισε πως «για χρόνια, το να παρακολουθείς την Boots ήταν σαν να παρακολουθείς ένα εταιρικό παιχνίδι, με τους ιδιοκτήτες να αλλάζουν συχνά και κάθε ένας να την απογυμνώνει λίγο περισσότερο».
Ο Χάιμαν ανέφερε ότι η Boots είχε την ευκαιρία να αξιοποιήσει περισσότερο το εκτεταμένο πρόγραμμα πιστότητας πελατών της και να προσφέρει περισσότερες υπηρεσίες μέσω του δικτύου καταστημάτων της σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο, πολλά από τα οποία δεν είχαν εκσυγχρονιστεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.
Η Boots έχει κλείσει περισσότερα από 300 καταστήματα τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι σαφές αν οι νέοι ιδιοκτήτες της σχεδιάζουν να κλείσουν κι άλλα, αλλά είναι πιθανό να εξετάσουν προσεκτικά το θέμα, δεδομένου του αυξανόμενου κόστους του λιανικού εμπορίου στα κεντρικά εμπορικά κέντρα, της μετατόπισης του εμπορίου προς το διαδίκτυο και του ανταγωνισμού από αλυσίδες εκπτωτικών καταστημάτων όπως οι Savers, η Lidl και η Home Bargains.



































