Η κοινωνική αναταραχή που διατρέχει τη Γαλλία και ευρύτερα την Ευρώπη δεν συνιστούν μεμονωμένα επεισόδια δυσαρέσκειας ούτε ερμηνεύεται επαρκώς μέσω αναφορών σε υποκινούμενα επεισόδια. Πίσω από τις εκδηλώσεις αστάθειας εντοπίζεται μια βαθιά μεταβολή των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών.
Υπάρχουν λόγοι οι οποίοι προκαλούν την αναταραχή αυτή.
– Η δημογραφική γήρανση: Οι μεγαλύτερες ηλικιακά ομάδες επιδιώκουν τη διατήρηση κεκτημένων δικαιωμάτων, ενώ οι νεότερες αμφισβητούν κατά πόσον θα απολαύσουν αντίστοιχες παροχές.
– Η τεχνολογία: Η ευρωπαϊκή οικονομία μεταβαίνει, προς ένα αναδυόμενο τεχνολογικό κύμα, με κινητήριες δυνάμεις την τεχνητή νοημοσύνη, την αυτοματοποίηση, τη ρομποτική και την πράσινη ενέργεια. Τα οφέλη παραγωγικότητας είναι σημαντικά, ωστόσο η κατανομή τους δεν είναι προδιαγεγραμμένη, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και οι περίοδοι επαγγελματικής εκτόπισης παράγουν ανασφάλεια, με αποτέλεσμα μια κρίση προσδοκιών της μεσαίας τάξης.
– Η επανεμφάνιση γεωπολιτικών απειλών: Ο πόλεμος στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η ενεργειακή εξάρτηση και οι αμφισβητήσεις του διεθνούς συστήματος ασφάλειας κλονίζουν τη σταθερότητα.
– Η μεταναστευτική πίεση η οποία πιέζει την κρίση συλλογικής ταυτότητας. Σε περιόδους ανασφάλειας, η δυσαρέσκεια μετασχηματίζεται από αίτημα οικονομικής προστασίας σε αμφισβήτηση της πολιτισμικής κατεύθυνσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Συνεπώς οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα γήρανση, ψηφιακές και πράσινες μεταβάσεις, άμυνα και κοινωνικό κράτος, ενώ η υπερσυγκέντρωση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη εκτοπίζει πόρους από άλλους τομείς. Η συσσώρευση χρέους σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων περιορίζει σταδιακά τα δημοσιονομικά περιθώρια, αν και η βιωσιμότητά του εξαρτάται από τους ρυθμούς ανάπτυξης και το κόστος χρηματοδότησης.
– Πληθωριστικά κύματα: Ακόμη και όταν ο ρυθμός πληθωρισμού υποχωρεί, το υψηλότερο επίπεδο τιμών παραμένει· η κατοικία. Η ενέργεια και τα τρόφιμα απορροφούν αυξανόμενο μέρος του εισοδήματος, ιδίως στα χαμηλότερα στρώματα, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι κάθε οικονομική πρόοδος μπορεί να εξανεμιστεί από την επόμενη κρίση.
Από την αλληλεπίδραση όλων των παραπάνω αναδύονται δύο κρίσιμοι μηχανισμοί: η ανάλυση της αβεβαιότητας, που αγγίζει επάρκεια συντάξεων, εθνική ασφάλεια, αξιοπιστία πληροφόρησης και διατήρηση αξιοπρεπούς βίου. Η υποχώρηση της κοινωνικής κινητικότητας, καθώς η απόκτηση κατοικίας δυσκολεύει, οι ασφαλείς επαγγελματικές διαδρομές περιορίζονται και τα εισοδηματικά πλεονεκτήματα συνδέονται με κατοχή περιουσίας και πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες.
Βεβαίως η Ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα, χωρίς όμως ακόμα ισχυρή παραγωγική και εξωτερική ανθεκτικότητα. Αυτός είναι ουσιαστικός στόχος για την δεκαετία που είναι μπροστά μας. Ένα παρατεταμένο όμως ενεργειακό σοκ μπορεί να περιορίσει τη μεγέθυνση, να διαβρώσει τα πραγματικά εισοδήματα και να διευρύνει την εξωτερική ανισορροπία, ακόμη και εάν δεν εξελιχθεί σε νέα κρίση δημόσιου χρέους ή τραπεζική κρίση.
Στις προβλέψεις του World Economic Outlook του Οκτωβρίου 2026 η ανάπτυξη παραμένει θετική, αλλά οι πληθωριστικές πιέσεις και το εξωτερικό έλλειμμα είναι αυξημένα.
Το Δημόσιο διαθέτει ισχυρότερη δημοσιονομική θέση, το δημόσιο χρέος υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ και οι τράπεζες έχουν βελτιώσει την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Ωστόσο, η παραγωγικότητα παραμένει υποτονική, η ενεργειακή εξάρτηση σημαντική, το εξωτερικό έλλειμμα υψηλό και πολλά νοικοκυριά έχουν περιορισμένα χρηματοοικονομικά αποθέματα.
Συνεπώς, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να μην προκαλέσει άμεση κρίση δημόσιου χρέους ή τραπεζική κρίση, αλλά να προκαλέσει παρατεταμένη στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων, αποδυνάμωση της ανάπτυξης και επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου.
Η βασική διαφορά που εντοπίζεται σε σύγκριση με την προ της ενεργειακής κρίσης περίοδο δεν είναι η πρόβλεψη ύφεσης, αλλά ο συνδυασμός αναιμικότερης πραγματικής ανάπτυξης και επίμονων πιέσεων στο κόστος διαβίωσης μαζί με σταδιακή εξάντληση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων.
Ο κοινός μηχανισμός μετάδοσης ως ενεργειακού σοκ είναι: ακριβότερη εισαγόμενη ενέργεια – αυξημένο κόστος παραγωγής και πληθωρισμός – μειωμένη πραγματική αγοραστική δύναμη – εξασθένηση κατανάλωσης και επενδύσεων. Εάν ταυτόχρονα αυξηθούν οι διεθνείς αποδόσεις ομολόγων, το πλήγμα εντείνεται μέσω του κόστους χρηματοδότησης.
Το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είναι ενδεχομένως σημαντικότερο προειδοποιητικό σήμα από τη μικρή επιβράδυνση του ΑΕΠ. Η ελληνική εισαγωγική εξάρτηση αφορά όχι μόνο την ενέργεια, αλλά και ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικά αγαθά. Η αδύναμη εγχώρια παραγωγική ανταπόκριση δημιουργεί διαρκείς εισαγωγικές διαρροές όταν αυξάνεται η ζήτηση.
Μια καθαρή αύξηση του ενεργειακού κόστους επιδεινώνει το ισοζύγιο προτού ληφθούν υπόψη μεταβολές στις εξαγωγές, την κατανάλωση και τον τουρισμό.
Συγχρόνως αρχίζουν και εξαντλούνται οι δημοσιονομικές δυνατότητες. Πρέπει να διαχωριστούν δύο περιορισμοί. Πρώτον, ο οικονομικός: παρατεταμένες επιδοτήσεις καυσίμων έχουν δημοσιονομικό κόστος και ενδέχεται να συντηρούν τη ζήτηση εισαγόμενης ενέργειας. Δεύτερον, ο θεσμικός: το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο αξιολογεί πρωτίστως την εγκεκριμένη πορεία καθαρών δαπανών και όχι μόνο το συνολικό έλλειμμα.
Η εγκεκριμένη ελληνική πορεία από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο προέβλεπε αύξηση καθαρών δαπανών 3,1% για το 2027. Συνεπώς, η ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα πρόσθετων δαπανών πέρα από τα σχετικά όρια.
Η ορθότερη κατεύθυνση είναι οι προσωρινές και στοχευμένες ενισχύσεις των ευάλωτων νοικοκυριών, αντί της καθολικής επιδότησης των τιμών. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται το διαθέσιμο εισόδημα χωρίς να καταργούνται τα κίνητρα εξοικονόμησης.
Ένα ενεργειακό σοκ που πλήττει εντατικά ορισμένους κλάδους μπορεί έτσι να μεταφερθεί στην ποιότητα των τραπεζικών δανείων. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται ταυτόχρονα από λειτουργικό κόστος, πληθωρισμό και κόστος δανεισμού.
Η πιθανότερη εκδήλωση πίεσης είναι η σταδιακή επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας και η επιβράδυνση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, όχι κατ’ ανάγκην μια άμεση συστημική τραπεζική κρίση.
Προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής
1. Προσωρινές, στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγοραστική δύναμη, με διατήρηση δημοσιονομικών αποθεμάτων και σαφή χρονικά όρια.
2. Μόνιμη μείωση της καθαρής ενεργειακής εξάρτησης με ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση, δίκτυα και εξοικονόμηση.
3. Αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης. Της τεχνολογικής έντασης και της εξαγωγικής ικανότητας ώστε η ανάπτυξη να έχει μικρότερες εισαγωγικές διαρροές.
4. Συστηματική εποπτεία συγκεντρωμένων εταιρικών ανοιγμάτων, ομολογιακών χαρτοφυλακίων, ρευστότητας και πιστοληπτικής ικανότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
5. Προστασία παραγωγικών δημόσιων επενδύσεων υψηλής κοινωνικής απόδοσης από περικοπές που θα χρηματοδοτούσαν γενικευμένες επιδοτήσεις κατανάλωσης.
*O Π.Ε. Πετράκης είναι Ομ. Καθηγητής ΕΚΠΑ
Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ













![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Ε]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akin.jpg)






![Η Δέουσα Επιμέλεια Πελάτη [Μέρος 1ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/eforia-1.jpg)


















