Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που με ψήφους 6-3 έκρινε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υπερέβη των εξουσιών του επιβάλλοντας αμοιβαίους δασμούς παγκοσμίως, προκάλεσε την οργή του Τραμπ, που απάντησε με νέους δασμούς δημιουργώντας μια χαοτική κατάσταση, όπως χαρακτηρίστηκε από εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος πληροφορήθηκε την απόφαση, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, κατά τη διάρκεια συνάντησης κεκλεισμένων των θυρών με κυβερνήτες στο Λευκό Οίκο.
Δασμοί Τράμπ: Νέος γύρος
Ο Τραμπ είπε στους κυβερνήτες που κάθονταν μπροστά του ότι φαινόταν ήρεμος αλλά έβραζε εσωτερικά, χαρακτηρίζοντας την απόφαση ντροπή.
Έφυγε από την συνάντηση και λίγο αργότερα έδωσε έκτακτη συνέντευξη Τύπου, όπου είπε ότι «ντρέπεται απόλυτα» για τα μέλη του δικαστηρίου επειδή «δεν έχουν το θάρρος να κάνουν αυτό που είναι σωστό για τη χώρα μας».
Σε μια ανοιχτή ρήξη κατηγόρησε την πλειοψηφία του δικαστηρίου ότι εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα και περνώντας στην αντεπίθεση ανακοίνωσε την επιβολή, πέραν των κανονικών δασμών που ήδη επιβάλλονται, νέων δασμών 10% στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Οι δασμοί Τραμπ ως μοχλός πίεσης
Η απόφαση του δικαστηρίου είναι πλήγμα στην διαπραγματευτική ισχύ που υιοθέτησε ο Τραμπ, καθώς χρησιμοποιούσε τους δασμούς για να αναδιαμορφώσει τις εμπορικές συμφωνίες, να φέρει έσοδα στο δημόσιο ταμείο και να αποσπάσει επενδύσεις δισ. από τους εμπορικούς εταίρους.
Σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν και οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος μιλώντας στην εκπομπή «The Will Cain Show» στο Fox News ανέφερε ότι «Το Ανώτατο Δικαστήριο αφαίρεσε την επιρροή του Προέδρου, αλλά κατά κάποιο τρόπο, έκανε την επιρροή που έχει πιο δρακόντεια επειδή συμφώνησε ότι έχει το δικαίωμα σε πλήρες εμπάργκο» είπε.
Εν τω μεταξύ δεν πέρασε ούτε ένα 24ώρο και ο Αμερικανός πρόεδρος, σε μια επίδειξη πυγμής, ανακοίνωσε με ανάρτηση του ότι αυξάνει το ύψος των δασμών από 10 σε 15%.
«Εγώ, ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, θα αυξήσω, με άμεση ισχύ, τον παγκόσμιο δασμολογικό συντελεστή 10% για χώρες, πολλές από τις οποίες «εκμεταλλεύονται» τις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες, χωρίς αντίποινα (μέχρι που ήρθα εγώ!), στο επιτρεπόμενο και νομικά ελεγμένο επίπεδο του 15%» έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Σάββατο.
Οι πρώτες αντιδράσεις έχουν ήδη καταγραφεί με την Κομισιόν να ανεβάζει τόνους και να ζητά την τήρηση της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί μετά από σειρά διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε ΕΕ και ΗΠΑ. Η Ινδία ανέβαλε, σύμφωνα με πληροφορίες, την αποστολή της εμπορικής αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον λόγω αβεβαιότητας.
Κριστίν Λαγκάρντ
Για τον κίνδυνο να διαταραχθεί η ισορροπία που επήλθε μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ προειδοποίησε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.
Είναι «κρίσιμης σημασίας» να υπάρχει σαφήνεια σχετικά με το μέλλον της εμπορικής σχέσης, είπε η Λαγκάρντ σε συνέντευξη στην εκπομπή Face the Nation του CBS.

«Θέλεις να γνωρίζεις τους κανόνες του δρόμου πριν μπεις στο αυτοκίνητο» είπε χαρακτηριστικά η επικεφαλής της ΕΚΤ «Το ίδιο ισχύει και για το εμπόριο».
«Αν αυτό κλονίσει την ισορροπία στην οποία είχαν συνηθίσει οι άνθρωποι του κλάδου — επειδή συνέχισαν τις συναλλαγές μετά τις αποφάσεις του Απριλίου και τη συμφωνία του Ιουλίου μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης — αλλά το να την κλονίσει ξανά θα προκαλέσει σίγουρα αναταραχές στην επιχειρηματική δραστηριότητα» δήλωσε η Λαγκάρντ, σημειώνοντας παράλληλα ότι η συμφωνία που είχε επιτευχθεί προηγουμένως περιλάμβανε εξαιρέσεις και απαλλαγές.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η Κομισιόν ζήτησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να τηρήσουν τους όρους της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ που επιτεύχθηκε πέρυσι ενώ δεν δέχεται αύξηση στους δασμούς.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά πλήρη σαφήνεια σχετικά με τα βήματα που προτίθενται να λάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με τον Νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA), αναφέρει σε ανακοίνωση της.
«Η Επιτροπή» τονίζει η ανακοίνωση «θα διασφαλίζει πάντα την πλήρη προστασία των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εταιρείες και οι εξαγωγείς της ΕΕ πρέπει να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης, προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου.

»Μια συμφωνία είναι μια συμφωνία. Ως ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών, η ΕΕ αναμένει από τις ΗΠΑ να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους που ορίζονται στην Κοινή Δήλωση – όπως ακριβώς η ΕΕ τηρεί τις δεσμεύσεις της.
»Συγκεκριμένα, τα προϊόντα της ΕΕ πρέπει να συνεχίσουν να επωφελούνται από την πιο ανταγωνιστική μεταχείριση, χωρίς αυξήσεις στους δασμούς πέραν του σαφούς και ολοκληρωμένου ανώτατου ορίου που είχε συμφωνηθεί προηγουμένως.»
Τα σχόλια είναι πολύ πιο έντονα διατυπωμένα από την αρχική απάντηση της Επιτροπής την Παρασκευή, η οποία είχε δηλώσει μόνο ότι μελετούσε το αποτέλεσμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και διατηρούσε επαφή με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Ευρωκοινοβούλιο
Ο επικεφαλής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζητά το πάγωμα της διαδικασίας επικύρωσης της εμπορικής συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ μέχρι να λάβουν λεπτομέρειες από την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την εμπορική της πολιτική.
Η κρίσιμη ψηφοφορία στην Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου είναι προγραμματισμένη για τις 24 Φεβρουαρίου και η οριστική έγκριση από την Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου αναμενόταν με τα μέχρι τις τελευταίες εξελίξεις δεδομένα για μέσα στον Μάρτιο.
Ο Μπερντ Λάνγκε , πρόεδρος της επιτροπής εμπορίου του κοινοβουλίου, ανακοίνωσε ότι θα προτείνει την αναστολή των νομοθετικών εργασιών για την έγκριση της λεγόμενης Συμφωνίας Τέρνμπερι σε έκτακτη συνεδρίαση τη Δευτέρα «μέχρι να έχουμε μια ολοκληρωμένη νομική αξιολόγηση και σαφείς δεσμεύσεις από τις ΗΠΑ».
«Απόλυτο χάος στους δασμούς από την αμερικανική κυβέρνηση. Κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει πια — μόνο ανοιχτά ερωτήματα και αυξανόμενη αβεβαιότητα για την ΕΕ και άλλους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ», έγραψε ο Μπερντ Λάνγκε σε μια ανάρτησή του στο X.
Ινδία
Η Ινδία ήταν η πρώτη ασιατική χώρα που αντέδρασε αναβάλλοντας την προγραμματισμένη αποστολή της εμπορικής αντιπροσωπείας της στην Ουάσιγκτον αυτή την εβδομάδα, κυρίως λόγω της αβεβαιότητας μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, σύμφωνα με πηγή του υπουργείο Εμπορίου της Ινδίας που μίλησε στο Reuters υπό το καθεστώς ανωνυμίας.
Η αντιπροσωπεία επρόκειτο να αναχωρήσει την Κυριακή για συνομιλίες με σκοπό την οριστικοποίηση της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας, αφού και οι δύο χώρες συμφώνησαν σε ένα πλαίσιο για την Ουάσινγκτον να μειώσει τους τιμωρητικούς δασμούς κατά 25% σε ορισμένες ινδικές εξαγωγές που συνδέονται με τις αγορές ρωσικού πετρελαίου του Νέου Δελχί.

Οι αμερικανικοί δασμοί σε ινδικά προϊόντα πρόκειται να μειωθούν στο 18%, ενώ η Ινδία συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικά είδη αξίας 500 δισ. δολαρίων σε διάστημα πέντε ετών, που κυμαίνονται από ενεργειακά αποθέματα έως αεροσκάφη και ανταλλακτικά, πολύτιμα μέταλλα και τεχνολογικά προϊόντα.
«Η απόφαση για την αναβολή της επίσκεψης ελήφθη μετά από συζητήσεις μεταξύ αξιωματούχων των δύο χωρών» ανέφερε η πηγή. «Δεν έχει αποφασιστεί νέα ημερομηνία για την επίσκεψη».
Ιαπωνία
«Πραγματικό χάος» χαρακτήρισε τους αμερικανικούς δασμούς σημαντικό στέλεχος του κυβερνώντος Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος της Ιαπωνία.
«Για να είμαι ειλικρινής, είναι ένα πραγματικό χάος» είπε κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης στο Fuji TV ο Ιτσουνόρι Ονοντέρα, πρώην υπουργός Άμυνας, ο οποίος επί του παρόντος υπηρετεί ως πρόεδρος της ομάδας φορολογικής έρευνας του κόμματος.
Ο Ονοντέρα εκτιμά ότι η Ιαπωνία δεν θα επιδιώξει επαναδιαπραγμάτευση της εμπορικής συμφωνίας.

«Για την Ιαπωνία, η κορυφαία προτεραιότητα ήταν τα αυτοκίνητα εκείνη την εποχή, αλλά αυτοί οι δασμοί στα αυτοκίνητα δεν καλύπτονται από αυτήν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν θα ήταν καλό αν αρχίσουμε να βλέπουμε αντίκτυπο εκεί, επειδή προσπαθούμε να επαναδιαπραγματευτούμε τη συμφωνία» ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση θα απαιτούσε «μια διεξοδική και προσεκτική συζήτηση».
Ο Ονοντέρα δήλωσε ότι θα ήταν φυσικό για τις εταιρείες να ζητήσουν επιστροφή των δασμών, αλλά πρόσθεσε ότι οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας επιστροφής χρημάτων θα αποφασιστούν στο δικαστήριο.
«Ανησυχώ ότι οι επιχειρήσεις θα απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από τις ΗΠΑ εάν η εσωτερική κατάσταση εκεί παραμείνει τόσο ασταθής» πρόσθεσε.


































