Ο Ντόναλντ Τραμπ έχτισε την πολιτική του εικόνα πάνω στη φήμη του σκληρού διαπραγματευτή, αξιοποιώντας την επιχειρηματική του καριέρα προκειμένου να προβάλλει την εικόνα ενός αδιάλλακτου αλλά αποτελεσματικού ηγέτη. Στον κόσμο του real estate και των μεγάλων συμφωνιών, ο Τραμπ έγινε γνωστός για την επιμονή του να πιέζει συνεχώς τους αντιπάλους του μέχρι να πετύχει τους στόχους του, χρησιμοποιώντας την απειλή, την αβεβαιότητα και την ψυχολογική πίεση ως βασικά εργαλεία διαπραγμάτευσης.
Ωστόσο, η κρίση με το Ιράν αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία ή επιχειρηματική διαπραγμάτευση που περιέγραψε στο βιβλίο του «The Art of the Deal» (Η Τέχνη της Διαπραγμάτευσης».
Ο Τραμπ και η «τέχνη της διαπραγμάτευσης»
Πέντε εβδομάδες μετά την έναρξη της στρατιωτικής σύγκρουσης που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά της Τεχεράνης, η πραγματικότητα είναι σκληρή: η στρατιωτική πίεση δεν έχει οδηγήσει σε συνθηκολόγηση του ιρανικού καθεστώτος. Αντιθέτως, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο από έναν πόλεμο που δείχνει να έχει ξεφύγει από τον έλεγχό του.
Όπως επισημαίνει στους Financial Times ο καθηγητής πολιτικής ιστορίας του Princeton, Julian Zelizer: «Το βιβλίο «The Art of the Deal» δεν ισχύει πραγματικά σε αυτή την περίπτωση, γιατί δεν πρόκειται απλώς για δύο πλευρές που διαπραγματεύονται με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους… Αυτό που περίμενε απλώς δεν συνέβη».
Σε τηλεοπτικό διάγγελμα διάρκειας 19 λεπτών, το πρώτο μετά την έναρξη των επιθέσεων στις 28 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει μια εικόνα ελέγχου. Ωστόσο, τα μηνύματά του χαρακτηρίστηκαν από αντιφάσεις.
Από τη μία, δήλωσε ότι το ιρανικό καθεστώς έχει «αποδεκατιστεί… στρατιωτικά και οικονομικά, καθώς και από κάθε άλλη άποψη», ωστόσο δεσμεύτηκε να χτυπήσει τη χώρα «εξαιρετικά σκληρά» τις επόμενες εβδομάδες. Προειδοποίησε ότι το Ιράν πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία, αλλιώς θα καταστρέψει τα ηλεκτροπαραγωγά του εργοστάσια.
Η ασάφεια αυτή έπληξε τις αγορές, διαψεύδοντας τις ελπίδες για αποκλιμάκωση και οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου σε άνοδο.
Τα Στενά του Ορμούζ
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και τα οποία βρίσκονται πλέον υπό ιρανικό έλεγχο.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε αμφίσημος, δηλώνοντας ότι τα στενά «θα ανοίξουν φυσικά», αλλά προσθέτοντας ότι αν αυτό δεν συμβεί, «θα είναι πρόβλημα κάποιου άλλου».
Ο Richard Fontaine, πρόεδρος του Center for a New American Security, ενός κέντρου μελετών με έδρα την Ουάσινγκτον, εξηγεί στους Financial Times: «Οι τρεις βασικές επιλογές είναι η κλιμάκωση της έντασης, η αποχώρηση ή η επίτευξη συμφωνίας. Ο πρόεδρος επιθυμεί σαφώς να επιτύχει μια συμφωνία [αλλά] το πρόβλημα είναι ότι οι Ιρανοί, αφενός, το αρνούνται και, αφετέρου, ενδέχεται να μην συμφωνήσουν να ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ». Και προσθέτει ότι «ένα αποτέλεσμα που θα συνεπάγεται τον αόριστο έλεγχο του στενού από το Ιράν δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία για τις ΗΠΑ. Αυτό είναι το δίλημμα αυτή τη στιγμή».
Η Τεχεράνη κατάλαβε ότι η «κυριαρχία της στο 20% της παγκόσμιας ενέργειας αποτελεί τεράστια δύναμη πίεσης για εκείνους», λέει η Negar Mortazavi, Iρανοαμερικανίδα δημοσιογράφος και πολιτική αναλύτρια. «Δεν θα εγκαταλείψουν αυτή τη δύναμη πίεσης, εκτός αν επιτύχουν μια συνολική συμφωνία, κατάπαυση του πυρός και παύση των εχθροπραξιών».
Η στρατηγική της απρόβλεπτης πίεσης
O Τραμπ και οι συνεργάτες του συχνά αναφέρουν την απρόβλεπτη συμπεριφορά του ως μέσο πίεσης τόσο έναντι των αντιπάλων όσο και των συμμάχων του. Η δύναμη των απειλών του, όπως υποστηρίζουν οι υποστηρικτές του, έγκειται στην προθυμία του να τις υλοποιήσει.
Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Anna Kelly, λέει στους Financial Times: «Αν δεν αποδεχθούν την πραγματικότητα της παρούσας συγκυρίας, θα πληγούν πιο σκληρά από ποτέ».
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε δηλώσει πρόσφατα: «Όλη μου η ζωή ήταν μια διαπραγμάτευση».
Ωστόσο, η επιμονή του στη λογική «προσπαθώ ξανά και ξανά και ξανά για να πετύχω αυτό που θέλω» φαίνεται να προκαλεί ειρωνικά σχόλια από την Τεχεράνη.
Το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων και η δυσπιστία της Τεχεράνης
Παρά τις προσπάθειες για έμμεσες συνομιλίες μέσω του αντιπροέδρου JD Vance και του υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio, το Ιράν αρνείται ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις.
Η Τεχεράνη απαιτεί παραχωρήσεις από την Ουάσιγκτον, ενώ παραμένει δύσπιστη απέναντι στις προθέσεις του Τραμπ.
Ο Vali Nasr, ειδικός στο Ιράν στο Johns Hopkins University,λέει ότι οι Ιρανοί λειτουργούν πλέον με την παραδοχή ότι πρέπει «να επιβληθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες επαρκής βαθμός πόνου και κόστους» για να τις ωθήσει σε σημείο να είναι διατεθειμένες να διαπραγματευτούν «σοβαρά, με όρους που έχουν πραγματικά νόημα για το Ιράν».
Ο Nasr και άλλοι ειδικοί λένε ότι οποιαδήποτε εμπιστοσύνη από την πλευρά του Ιράν καταστράφηκε όταν ο Τραμπ εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον του εν μέσω δύο προηγούμενων διαπραγματεύσεων. «Όταν υπόσχεται ότι θέλει να μιλήσει μαζί τους, δεν τον πιστεύουν», λέει ο Nasr. «Στην πραγματικότητα δεν πιστεύουν ότι ό,τι λέει έχει κάποια σημασία».
Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι προηγούμενες στρατιωτικές κινήσεις των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων έχουν υπονομεύσει κάθε αξιοπιστία.
«Υπάρχει μια βαθιά δυσπιστία από την πλευρά του Ιράν ότι όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ακόμη τέχνασμα, μια πονηριά», επιβεβαιώνει η Mortazavi.
Ο κίνδυνος της κλιμάκωσης και της χερσαίας εισβολής
Στο μεταξύ, η ένταση στο πεδίο κλιμακώνεται. Οι ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές προκαλούν την οργή του Τραμπ, ο οποίος φέρεται να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο μιας χερσαίας εισβολής.
Ο Zelizer προειδοποιεί: «Αν δεν έχεις κάποια αίσθηση των ορίων σου και του τι θέλεις να κάνεις, αυτό μπορεί να σε οδηγήσει σε μια κατάσταση που δεν έχει τέλος και συνεχώς διευρύνεται».
Και προσθέτει ότι ο πρόεδρος μπορεί να παρασυρθεί πολύ εύκολα σε μια τέτοια επιλογή, με χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες να αναπτύσσονται στην περιοχή.
Οι πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με πτώση της δημοτικότητας του εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η άνοδος των τιμών της βενζίνης και οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου ενισχύουν την πίεση, ενώ οι Δημοκρατικοί ετοιμάζονται να εκμεταλλευτούν πολιτικά την κατάσταση.
Ο Jim Himes, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Πληροφοριών της Βουλής, δήλωσε στους Financial Times: «Νομίζω ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι δεν κερδίζουμε αυτή τη μάχη».
Και συμπληρώνει: «Πιστεύω λοιπόν ότι αυτή τη στιγμή αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο, και το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποια προφανής λύση».
Ένας πόλεμος χωρίς ξεκάθαρη διέξοδο
Η σύγκρουση με το Ιράν αναδεικνύει τα όρια μιας στρατηγικής που βασίζεται στην πίεση και την απρόβλεπτη συμπεριφορά.
Αντί για μια γρήγορη συμφωνία, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό αδιέξοδο.
Με τα Στενά του Ορμούζ υπό αμφισβήτηση, τις αγορές σε αναταραχή και την ανύπαρκτη εμπιστοσύνη, το ερώτημα πλέον δεν είναι πώς θα κερδίσει – αλλά πώς θα βγει από έναν πόλεμο που δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε.
Με λίγα λόγια, η «Τέχνη της Διαπραγμάτευσης» του Τραμπ μπορεί να παραμένει ένα κλασικό εγχειρίδιο επιχειρηματικής ισχύος, αλλά η εφαρμογή της στη Μέση Ανατολή αποδεικνύει ότι η πολιτική πραγματικότητα σπάνια ακολουθεί τους κανόνες του real estate…



































