Πριν από λίγο καιρό ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μία ακόμη αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου. Σε ποσοστιαία βάση ήταν 4,55%. Στις 15 Απριλίου η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε τον πληθωρισμό του Μαρτίου. Σε ετήσια βάση κινείται στο 3,9%. Δηλαδή, ένα μεγάλο μέρος της αύξησης στον κατώτατο μισθό έχει ήδη εξανεμιστεί από τη σημαντική άνοδο του πληθωρισμού.
Μάλιστα, εάν κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τα στοιχεία που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ για τα «συστατικά στοιχεία» του πληθωρισμού, θα δούμε ότι τα πράγματα είναι χειρότερα. Η ετήσια αύξηση στα είδη διατροφής είναι 4,5%, στη στέγαση 5,7%, στις μεταφορές 8,1%, σε ξενοδοχεία – καφέ – εστιατόρια στο 6,1%. Αυτό σημαίνει ότι η επίπτωση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τα νοικοκυριά.
Και εάν σκεφτούμε ότι σε μεγάλο βαθμό αυτό αντανακλά την πρώτη αντίδραση στις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, καταλαβαίνουμε ότι στο βαθμό που η συγκεκριμένη γεωπολιτική κρίση παρατείνεται, θα παρατείνονται και οι επιπτώσεις της.
Ιδίως, μάλιστα, από τη στιγμή που μέχρι τώρα τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση έχουν αποτύχει να συγκρατήσουν τις αυξήσεις των τιμών, πρωτίστως γιατί η κυβέρνηση έχει αρνηθεί να πάρει μέτρα που έχουν πάρει άλλες χώρες και επικεντρώνουν στη μείωση της πολύ μεγάλης φορολογίας σε είδη όπως τα καύσιμα. Και αυτό γιατί εξακολουθεί να προκρίνει τη φορολογική υπεραπόδοση ελπίζοντας ότι έτσι θα έχει περιθώριο για κάποιες προεκλογικές παροχές.
Όμως, δεν είναι μόνο η αύξηση του πληθωρισμού που προκαλείται από τις μεγάλες αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, με τους ειδικούς να υπογραμμίζουν ότι ακόμη και εάν τερματιζόταν η ένταση, πάλι θα έπαιρνε ένα διάστημα μέχρι να ισορροπήσουν ξανά οι αγορές. Είναι και όλα τα άλλα σύννεφα που σωρεύονται στον ορίζοντα της ελληνικής οικονομίας. Είναι σαφές ότι το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα αποδείξει μόνο ότι σε μεγάλο βαθμό η ανάπτυξη των τελευταίων ετών κάθε άλλο παρά ενδογενής ήταν, αλλά και θα επιτείνει την υφεσιακή δυναμική στην οποία ούτως ή άλλως κατέτειναν και οι διεθνείς οικονομικές τάσεις. Την ίδια ώρα πληθαίνουν οι αβεβαιότητες, από το τι θα γίνει με τον πόλεμο, μέχρι το πώς θα πάει η τουριστική σεζόν, ιδίως όταν ήδη υπάρχουν αυξήσεις στα αεροπορικά εισιτήρια.
Όλα αυτά δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως απλώς μια «κακή συγκυρία», μια «ατυχία», μια «στραβή», κάτι πέρα από τον έλεγχο της κυβέρνησης. Όχι γιατί δεν υπάρχει όντως μια σειρά από αρνητικές τάσεις, αλλά γιατί η δουλειά μιας κυβέρνησης είναι να προετοιμάζεται για τέτοιες συγκυρίες και να μπορεί να μειώσει την επίπτωσή τους.
Και εδώ είναι ο πυρήνας του προβλήματος: έχουμε μια κυβέρνηση που δεν προετοίμασε τη χώρα για ενδεχόμενες αρνητικές τάσεις και συγκυρίες. Δεν την προετοίμασε ούτε ως προς το να έχει έτοιμα μέτρα που να μπορεί να εφαρμόσει, ούτε ως προς το να κάνει ισχυρότερη την ελληνική οικονομία. Αυτό που έκανε ήταν αφενός να πατήσει πάνω στην αναπτυξιακή δυναμική που έδωσε το τέλος της ελληνικής κρίσης – και που ξεκίνησε να καταγράφεται σταδιακά ως βελτίωση οικονομικών δεικτών μετά το 2015 – αφετέρου πάνω στο Ταμείο Ανάκαμψης. Πέραν αυτού το μόνο σχέδιο που είχε ήταν η επιλεκτική ενίσχυση κοινωνικών κατηγοριών που θεωρούσε κρίσιμες για την εκλογική της δυναμική, οριακά ακόμη και με παραβατικές πρακτικές, όπως έδειξε και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ουσιαστικά, κινήθηκε γύρω από τις «εύκολες λύσεις» όπως ήταν το real estate και ο Τουρισμός, αδυνατώντας μάλιστα να προλάβει και αρνητικές εξελίξεις όπως π.χ. η διαφαινόμενη στεγαστική κρίση.
Καθόλου τυχαία παρά τους ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τις ονομαστικές αυξήσεις σε μισθούς και εισοδήματα, σε πραγματικούς όρους η ελληνική οικονομία υποχωρεί και είναι στις κατώτερες θέσεις της Ευρώπης είτε αυτό αφορά το κατά κεφαλήν εισόδημα με όρους αγοραστικής δύναμης, είτε τους πραγματικούς μισθούς με όρους αγοραστικής δύναμης. Με αποτέλεσμα ούτε πόλος πραγματικά μεγάλων επενδύσεων να γίνεται η χώρα, ούτε όροι μεσοπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής να διαμορφώνονται. Με τον ορίζοντα να είναι μια χώρα όλο και περισσότερο στο ευρωπαϊκό περιθώριο και επί της ουσίας φτωχότερη. Μια χώρα μειωμένων έως ελάχιστων προσδοκιών.
Πηγή: in.gr









































